Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει τα επιτόκια κατά 0,25% στο 2,25% για πρώτη φορά από το 2023 δεν αναδιαμορφώνει μόνο το οικονομικό τοπίο στην ευρωζώνη, αλλά εντείνει και τις πιέσεις προς την αμερικανική Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) και, κατ’ επέκταση, προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει επανειλημμένα ταχθεί υπέρ χαμηλότερου κόστους δανεισμού.
Η ΕΚΤ αποφάσισε την Πέμπτη να κινηθεί προληπτικά απέναντι στις εντεινόμενες πληθωριστικές πιέσεις, επικαλούμενη κυρίως την άνοδο του ενεργειακού κόστους και τους γεωπολιτικούς κινδύνους που συνδέονται με τον πόλεμο στο Ιράν. Η αύξηση των επιτοκίων συνοδεύτηκε από πιο απαισιόδοξες προβλέψεις για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη στην ευρωζώνη, με την Τράπεζα να εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί στο 3% το επόμενο έτος, σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 2%.
Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο της deVere Group, Νάιτζελ Γκριν, η κίνηση της Φρανκφούρτης δημιουργεί νέα δεδομένα για τη νομισματική πολιτική διεθνώς, αυξάνοντας την πίεση προς τη Fed να εγκαταλείψει τη στάση αναμονής.
«Η ΕΚΤ κινήθηκε πρώτη», σημειώνει ο Γκριν, υποστηρίζοντας ότι οι Ευρωπαίοι κεντρικοί τραπεζίτες έκριναν πως οι αυξανόμενες τιμές ενέργειας και ο κίνδυνος παγίωσης του πληθωρισμού δεν αφήνουν περιθώρια καθυστέρησης.
Το timing της απόφασης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς στις Ηνωμένες Πολιτείες ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε στο 4,2% τον Μάιο —το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών— εν μέσω ανατιμήσεων στην ενέργεια λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή.
Κατά τον επικεφαλής της deVere, η σύγκριση Ευρώπης και ΗΠΑ καθιστά ακόμη πιο δύσκολη τη θέση της Fed. Όπως επισημαίνει, η ευρωζώνη εμφανίζει χαμηλότερο πληθωρισμό, ασθενέστερη ανάπτυξη και πιο εύθραυστες οικονομικές προοπτικές σε σχέση με τις ΗΠΑ, αλλά παρ’ όλα αυτά προχώρησε σε αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής.
«Αυτό θα πρέπει να σημάνει συναγερμό στην Ουάσιγκτον», υποστηρίζει, προειδοποιώντας ότι η Fed δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο πως διαθέτει απεριόριστο χρόνο πριν αναγκαστεί να κινηθεί και η ίδια.
Η πίεση αποκτά και πολιτική διάσταση για τον Ντόναλντ Τραμπ, καθώς μια πιθανή αύξηση επιτοκίων στις ΗΠΑ θα μπορούσε να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα και τις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε μια περίοδο όπου ο Λευκός Οίκος επιδιώκει να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Οι αγορές, εξάλλου, καλούνται πλέον να επαναξιολογήσουν ένα βασικό σενάριο που κυριάρχησε τους προηγούμενους μήνες και συγκεκριμένα ότι ο πληθωρισμός θα αποκλιμακωνόταν και οι κεντρικές τράπεζες θα προχωρούσαν τελικά σε μειώσεις επιτοκίων. Αντίθετα, το ενδεχόμενο διατήρησης των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ή ακόμη και νέων αυξήσεων επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο.
Το ερώτημα πλέον, σύμφωνα με τον Νάιτζελ Γκριν, είναι κατά πόσο η Fed θα μπορέσει να συνεχίσει να περιμένει ή αν τελικά θα εξαναγκαστεί να ακολουθήσει τον δρόμο που χάραξε πρώτη η ΕΚΤ.







