Του Κυριάκου Τζιούρρου
Στην Κύπρο καταγράφεται μια έντονη και ανησυχητική πραγματικότητα με δεκαεννέα από τα είκοσι οκτώ εγγεγραμμένα κόμματα να εκφράζουν πρόθεση συμμετοχής στις Βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου μαζί με περισσότερους από εξακόσιους υποψηφίους. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί ένδειξη υγιούς πολιτικής πολυφωνίας αλλά μάλλον σύμπτωμα βαθιάς δυσλειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Η μαζική αυτή συμμετοχή προκύπτει από την αδυναμία του υφιστάμενου συστήματος να επιλύσει επίκαιρα προβλήματα των πολιτών και να αντιμετωπίσει τις διαχρονικές παθογένειες του κράτους.
Η διαφθορά η οποία πλέον γίνεται ευρέως αντιληπτή, ενισχύει την απογοήτευση και τη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς με μια επικίνδυνη μετατόπιση της κοινωνικής συμπεριφοράς όπου ο δημόσιος διάλογος εκφυλίζεται και μετατρέπεται σε άτυπα λαϊκά δικαστήρια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις εκπομπές των καναλιών. Το αποτέλεσμα είναι η υπονόμευση της εμπιστοσύνης προς τη δικαιοσύνη η οποία δείχνει ανίκανη να πείσει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στον ρόλο της. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας οδηγείται σε επιλογές που βασίζονται στον θυμό και στην απογοήτευση, στρεφόμενη προς αντισυστημικά και προσωποκεντρικά πολιτικά κόμματα τα οποία προβάλλουν απλουστευμένες λύσεις και υπόσχονται την καταπολέμηση της διαφθοράς και την εξυπηρέτηση του πολίτη χωρίς ουσιαστικό σχέδιο. Η εξέλιξη αυτή εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον της χώρας καθώς δημιουργεί συνθήκες πολιτικής αστάθειας και αβεβαιότητας.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο ωστόσο είναι η απουσία αυτοκριτικής από την πλειοψηφία των πολιτών. Για χρόνια οι επιλογές δεν βασίζονταν στην αξιοκρατία ούτε στις αρχές και τις αξίες των κομμάτων αλλά σε προσωπικές σχέσεις και προσδοκίες εξυπηρετήσεων με ανοχή και συμμετοχή σε πρακτικές ρουσφετιού που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της σημερινής κατάστασης. Η διέξοδος δεν βρίσκεται σε εύκολες υποσχέσεις ούτε σε συνθήματα χωρίς περιεχόμενο αλλά στην ουσιαστική αλλαγή κατεύθυνσης με στήριξη ανθρώπων που αποδεδειγμένα διαθέτουν ικανότητες, ήθος και γνώση. Η κοινωνία οφείλει να στραφεί στους άριστους των αρίστων και όχι σε σχήματα που επενδύουν σε προσωπεία δήθεν κάθαρσης και στο υποτιθέμενο καλό των πολιτών, προβάλλοντας κενά συνθήματα του τύπου ότι είναι το νέο χωρίς διεφθαρμένους, χωρίς θέσεις και χωρίς ουσία.
Παράλληλα, τα υφιστάμενα κόμματα οφείλουν να αντιληφθούν το βάθος της κρίσης και να προχωρήσουν σε πραγματική ανανέωση με την προώθηση ανθρώπων που αξίζουν, ανεξαρτήτως οικογενειακής προέλευσης, αναγνωσιμότητας ή οικονομικής επιφάνειας, και να αποδείξουν στην πράξη ότι μπορούν να λειτουργήσουν με αξιοκρατία και υπευθυνότητα.
Πάνω από όλα το υπέρτατο ζητούμενο πρέπει να επανέλθει στο επίκεντρο. Πάνω από κόμματα και σκοπιμότητες το κοινό μας κόμμα οφείλει να είναι η μοιρασμένη μας Πατρίδα.







