1.700 χρόνια μετά, η ιστορία της Αγίας Ελένης μοιάζει παράξενα σύγχρονη

ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS

Header Image

1700 χρόνια από τη στιγμή που μια γυναίκα 80 ετών άλλαξε τον κόσμο και η Κύπρος το θυμάται με γάτες

Της Μαρίας Γεωργίου, Εξωτερικός Συνεργάτης

«Με μέγαν κόπον και πολλήν έξοδον και φοβερίσματα ηύρεν τον τίμιον σταυρόν...», Λεόντιος Μαχαιράς, Κύπριος Χρονογράφος

Σήμερα, 21 Μαΐου, η Ορθόδοξη Εκκλησία γιορτάζει τη μνήμη των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, Ισαποστόλων, όπως τους αποκαλεί. Μια ονομαστική εορτή που κουβαλά μαζί της ένα από τα βαρύτερα ιστορικά αποτυπώματα του χριστιανικού κόσμου.

Και φέτος συμπληρώνονται 1.700 χρόνια από μία από τις πιο ριζοσπαστικές πράξεις στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Μια γυναίκα σχεδόν 80 ετών, σε μια εποχή χωρίς αντιβιοτικά, αεροπλάνα και GPS, αποφάσισε να ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα για να βρει κάτι που ήταν θαμμένο κάτω από ειδωλολατρικό ναό εδώ και τρεις αιώνες. Και το βρήκε.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Εκκλησία διάλεξε αυτή την ημέρα για να τη θυμάται. Οι εορτές δεν είναι απλές ημερολογιακές σημειώσεις, είναι ετήσιες υπενθυμίσεις για το τι αξίζει να κρατάμε ζωντανό μέσα μας. Και κάθε 21 Μαΐου, εκατομμύρια άνθρωποι που φέρουν το όνομα Ελένη ή Κωνσταντίνος / Κωνσταντίνα, γιορτάζουν χωρίς πάντα να ξέρουν ότι το όνομά τους κουβαλά ένα ολόκληρο ταξίδι μέσα του.

Κανείς δεν την περίμενε να το καταφέρει. Κανείς δεν της είπε ότι άξιζε τον κόπο. Κανείς δεν της εγγυήθηκε ότι στο τέλος της σκόνης και των χιλιομέτρων θα υπήρχε κάτι. Και όμως, απλά ξεκίνησε. Αυτό μόνο αρκεί για να αρχίσει κανείς να σκέφτεται διαφορετικά τη ζωή του.

Πρόσφατα ήμουν σε μια συνάντηση στη Μητρόπολη Λεμεσού. Δεν θυμάμαι πλέον πώς ακριβώς προέκυψε η αναφορά, ίσως στην πλαϊνή γωνία μιας συζήτησης, εκεί που οι σπουδαίες ιδέες συνηθίζουν να κρύβονται. Κάποιος ανέφερε, σχεδόν παρεμπιπτόντως: φέτος κλείνουν χίλια επτακόσια χρόνια από εκείνη τη στιγμή. Και τότε κάτι συνέβη.

Δεν ήταν θρησκευτική έξαρση. Δεν ήταν συναίσθημα που μπορώ να περιγράψω εύκολα. Ήταν σαν να άνοιξε μια πόρτα στο χρόνο και νοερά να άρχισαν να κυλούν μπροστά μου εικόνες, σαν παλιό φιλμ που κάποιος ξετυλίγει αργά: η μορφή μιας γυναίκας με άσπρα μαλλιά που περπατά σε ξερό χώμα κάτω από ήλιο που καίει. Μια βασίλισσα με τα πόδια σκονισμένα. Ένα ανασκαμμένο χέρι που φτάνει κάτι ξύλινο, σκοτεινό, βαρύ. Και μετά, φως.

Δεν ήταν φαντασία. Ήταν μνήμη. Ή μάλλον, κάτι βαθύτερο από μνήμη. Γιατί η Ελένη δεν ήταν για μένα μόνο μια αγία. Ήταν και το όνομα της γιαγιάς μου. Και καθώς έκλεινα τα μάτια μέσα στη συνάντηση εκείνη, στη σιωπή ενός ψηλοτάβανου χώρου, είδα και τις δύο: την αγία και τη γιαγιά. Ίδιος χαρακτήρας. Ίδια επιμονή. Ίδια ησυχία που δεν ήταν αδυναμία αλλά βάθος. Ίδια πεποίθηση ότι αν ψάξεις αρκετά βαθιά, κάτι αληθινό θα βρεθεί.

Η γυναίκα από το πανδοχείο

Η ιστορία της Αγίας Ελένης είναι, πρώτα απ' όλα, μια ιστορία για αυτό που δεν ξέρει η εξουσία να κάνει: να δει. Γεννήθηκε γύρω στο 247 μ.Χ. στο Δρέπανο της Βιθυνίας, κόρη ξενοδόχου, αυτό που ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων αποκαλεί με τον ελαφρώς υποτιμητικό όρο «stabularia»: γυναίκα που δούλευε σε πανδοχείο. Δεν είχε γενναιόδωρη καταγωγή. Δεν είχε τίτλους. Δεν την περίμενε κανείς στα ιστορικά βιβλία. Και όμως.

Έγινε μητέρα του πρώτου Χριστιανού αυτοκράτορα της Ρώμης. Και στα ογδόντα της χρόνια, όταν η πλειοψηφία των ανθρώπων της εποχής εκείνης δεν έφτανε καν σε αυτή την ηλικία, επέλεξε να ξεκινήσει ένα ταξίδι χιλιάδων χιλιομέτρων, να διασχίσει ξηρά και θάλασσα, να σκύψει επάνω σε εδάφη θαμμένα κάτω από αιώνες σιωπής, και να βρει κάτι που ο κόσμος είχε θελήσει να εξαφανίσει. Αυτή η επιλογή, μόνη της, είναι ήδη μάθημα.

Σε εποχές που γιορτάζουμε τη νεότητα σαν αρετή, που η ταχύτητα της σκέψης μετριέται σε δευτερόλεπτα scroll, που η εμπειρία αντικαθίσταται από αλγόριθμους, η γυναίκα αυτή μας θυμίζει: η σοφία δεν έχει ημερομηνία λήξης. Η αναζήτηση δεν ανήκει στους νέους. Η πίστη δεν είναι πολυτέλεια ειρηνικών καιρών.

Η ανασκαφή που άλλαξε τον κόσμο

Χρειάζεται να σταθεί κανείς λίγο στο τι σήμαινε αυτό το ταξίδι ιστορικά.

Το 326 μ.Χ., η Ιερουσαλήμ δεν ήταν πλέον εβραϊκή πόλη, ήταν ρωμαϊκή, ονομαζόταν Αelia Capitolina, και ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός είχε φροντίσει να χτίσει ειδωλολατρικό ναό ακριβώς πάνω στον τόπο της Σταύρωσης, ίσως για να σβήσει κάθε χριστιανική μνήμη, ίσως απλά γιατί ήξερε ότι εκεί ήταν κάτι σημαντικό για εκείνους που ήθελε να σιγήσουν.

Έτσι, ο τόπος που έψαχνε η Ελένη ήταν θαμμένος κάτω από μαρμάρινα πατώματα ξένης θεότητας.

Κατόπιν ανασκαφών βρέθηκαν τρεις σταυροί. Του Χριστού και των δύο ληστών που σταυρώθηκαν μαζί Του. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν ποιος. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος έδωσε τη λύση: να τεθούν διαδοχικά επάνω σε άρρωστη γυναίκα. Και στον τρίτο, σηκώθηκε.

Αυτό καταγράφεται με ακρίβεια στις ιστορικές πηγές: ο Κύριλλος Ιεροσολύμων το 351 μ.Χ. γράφει στον αυτοκράτορα Κωνστάντιο ότι «Το σωτήριον του Σταυρού ξύλον εν Ιεροσολύμοις ηύρηται». Ο Ρουφίνος, στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» του, είναι ο πρώτος που συνδέει ρητά το όνομα της Ελένης με την εύρεση. Και ο δικός μας Κύπριος χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς σημειώνει με απλή ωμότητα που μόνο ο ντόπιος αφηγητής ξέρει: «με μέγαν κόπον και πολλήν έξοδον και φοβερίσματα ηύρεν τον τίμιον σταυρόν», με μεγάλο κόπο, με έξοδα, και με απειλές. Δηλαδή: δεν ήταν εύκολο. Ήταν επιλογή.

Η Κύπρος και η επιστροφή

Ο χρόνος που επέστρεψε η Ελένη ήταν ο ίδιος (326 μ.Χ.) και το καράβι της αγκυροβόλησε στα νότια παράλια της Κύπρου. Η περιοχή μετονομάστηκε από τότε «Βασιλοπόταμος», ενθύμηση μιας βασιλικής παρουσίας που άφησε ίχνη.  Αλλά εδώ η ιστορία γίνεται πιο Κυπριακή και πιο ανθρώπινη.

Στην Κύπρο εκείνης της εποχής υπήρχε πρόβλημα. Σοβαρό. Μεγάλη ξηρασία είχε αποξηράνει τη γη. Ο κόσμος έφευγε. Και ενώ το νερό λείπουσε, ένα άλλο πλάσμα αναπτυσσόταν ανεξέλεγκτα: τα φίδια. Δηλητηριώδη, αμέτρητα, είχαν κατακλύσει ιδιαίτερα το Ακρωτήρι, εκείνο το νοτιότερο «ποδαράκι» του νησιού που βλέπει προς τη Μεσόγειο.

Η Αγία Ελένη έκτισε μοναστήρι εκεί. Και άφησε τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου. Αλλά δεν σταμάτησε στο πνευματικό. Έστειλε κατόπιν εντολής της εκατοντάδες γάτες. Γάτες. Ναι.

Οι γάτες - το «διαμάντι» της ιστορίας

Ο μεσαιωνικός ιστορικός Stephen Lusignan καταγράφει ότι, μετά την αναχώρηση της Αγίας, ο Κωνσταντίνος έστειλε τον κυβερνήτη Καλόκαιρο στην Κύπρο με πλοίο φορτωμένο γάτες για να αντιμετωπίσουν τα φίδια. Ο Καρούζης διασώζει μια εικόνα που μου χτύπησε απίστευτα: οι γάτες, όταν άκουγαν το σήμαντρο, διέκοπταν το κυνήγι των φιδιών και έτρεχαν στον περίβολο της εκκλησίας, όπου τους περίμεναν σκάφες με φαγητό. Μισές ώρες πόλεμος, μισές ώρες ανάπαυση. Ένας ρυθμός ζωής που ακόμη και εμείς δεν έχουμε μάθει.

Η Μονή του Αγίου Νικολάου των Γάτων, στο Ακρωτήρι Λεμεσού, παραμένει μέχρι σήμερα. Είναι ίσως το αρχαιότερο μοναστήρι στην Κύπρο. Και σε αυτό ζουν ακόμα εκατοντάδες γάτες, απόγονοι, λένε, εκείνων που ήρθαν τον 4ο αιώνα.

Όταν το 1983 δύο μοναχές βρήκαν το εγκαταλελειμμένο μοναστήρι γεμάτο φίδια, δεν πανικοβλήθηκαν. Έκαναν ό,τι και η Αγία Ελένη: έφεραν γάτες. Η ιστορία επαναλήφθηκε κατά γράμμα. Χίλια επτακόσια χρόνια μετά.

Τα φίδια δεν ήταν απλώς φίδια. Ήταν και είναι ό,τι αναπτύσσεται εκεί που λείπει το νερό. Ό,τι κυριεύει τα χωράφια όταν δεν τα φροντίζει κανείς. Ό,τι δηλητηριάζει σιγά-σιγά, από κάτω, αόρατα. Και οι γάτες; Ήρεμες. Ανεξάρτητες. Χωρίς καμπάνα υπακοής, μόνο το σήμαντρο της τροφής τις έφερνε πίσω. Δεν έκαναν θόρυβο. Δεν χρειάζονταν αναγνώριση. Έκαναν τη δουλειά τους.

Η Αγία Ελένη δεν άφησε στην Κύπρο μόνο τεμάχια Τιμίου Ξύλου. Άφησε και μια βαθιά υπενθύμιση ευθύνης: ότι η πίστη χωρίς πράξη δεν αρκεί. Ακόμη και για τα φίδια, κάποιος έπρεπε να φέρει τις γάτες.

Η Μητρόπολη Λεμεσού - φορέας μνήμης σε εποχή λήθης

Δεν είναι τυχαίο ότι η αναφορά σε αυτή την επέτειο έγινε εκεί, στη Μητρόπολη Λεμεσού. Η Λεμεσός είναι η πόλη που βλέπει ακόμα προς το Ακρωτήρι Γάτα. Η πόλη κάτω από τη σκιά του Σταυροβουνίου. Η πόλη που ζει δίπλα στη Μονή του Αγίου Νικολάου των Γάτων, χωρίς πάντα να ξέρει τι θησαυρό φιλοξενεί.

Η Μητρόπολη εδώ δεν λειτουργεί απλώς ως θεματοφύλακας παράδοσης. Λειτουργεί ως φορέας μνήμης σε μια εποχή που η λήθη έχει γίνει τρόπος επιβίωσης. Τα μνημόνια, τα κοινωνικά media, ο πολιτικός θόρυβος, η κούραση, όλα αυτά δημιουργούν ένα κλίμα που μας κάνει να ζούμε αποκλειστικά σε ένα ατελείωτο παρόν χωρίς βάθος, χωρίς ρίζες, χωρίς αφήγηση.

Χίλια επτακόσια χρόνια. Ο αριθμός ζαλίζει. Όταν η Ελένη ταξίδευε προς την Ιερουσαλήμ, η Ελλάδα δεν υπήρχε ως κράτος. Η Αμερική ήταν άγνωστη. Η Κωνσταντινούπολη δεν είχε ακόμα χτιστεί. Και όμως, μια γυναίκα από πανδοχείο, στα ογδόντα της, άλλαξε τη γεωγραφία της πνευματικής ιστορίας. Και η Κύπρος ακόμα το θυμάται.

Η γιαγιά μου και η Αγία

Η γιαγιά μου λεγόταν Ελένη. Δεν ήταν βασίλισσα. Δεν ταξίδεψε σε Αγίους Τόπους. Αλλά είχε ακριβώς αυτόν τον χαρακτήρα: την επιμονή που δεν φωνάζει. Τη δύναμη που δεν ζητά αναγνώριση. Την πεποίθηση ότι αν φροντίσεις αυτό που έχεις μπροστά σου, παιδί, χώμα, εκκλησία, γείτονα, κάτι μεγαλύτερο από εσένα θα συνεχιστεί.

Στη συνάντηση εκείνη στη Μητρόπολη, όταν ακούστηκε το όνομά της, είδα και τις δύο ταυτόχρονα. Μπερδεύτηκαν στιγμιαία στο μυαλό μου, η Αγία και η γιαγιά, και συνειδητοποίησα κάτι: δεν είναι τυχαίο που ένα όνομα επιβιώνει. Κουβαλά χαρακτήρα. Κουβαλά προδιαγραφή. Κουβαλά ανεπίγνωστα ένα μοντέλο για το πώς να στέκεσαι μέσα στον κόσμο.

Η Ελένη, και η μία και η άλλη, δεν φοβούνταν να ψάξουν. Δεν φοβούνταν τον κόπο. Δεν φοβούνταν να βρουν κάτι που άλλοι το είχαν θάψει. Και αυτό από μόνο του είναι το μεγαλύτερο κληρονομικό τους δώρο.

Η Κύπρος των σταυρών

Δεν είναι τυχαίο ότι η Κύπρος παραμένει ένα νησί γεμάτο «σταυρούς», ιστορικούς, εθνικούς, προσωπικούς. Ένα νησί που έχει βιώσει κατακτήσεις, διχοτόμηση, εκτοπισμό, οικονομική κατάρρευση, και ακόμα στέκεται. Που έχει φίλους θαμμένους στην κατεχόμενη γη, εκκλησίες μετατραπείς σε τζαμιά, σπίτια που κρατούν κλειστά κλειδιά για πόρτες που δεν ανοίγουν πια. Και όμως συνεχίζει.

Ίσως αυτή η εμπειρία του σταυρού, η εμπειρία της απώλειας που δεν σε σκοτώνει αλλά σε αλλάζει, να είναι ο λόγος που αυτός ο τόπος μπόρεσε να κρατήσει ζωντανή για 1.700 χρόνια την ιστορία μιας γυναίκας που ψάχνοντας βρήκε. Η εύρεση δεν συμβαίνει στους άνετους. Συμβαίνει στους επίμονους.

 

Τι ψάχνει να βρει σήμερα η κοινωνία μέσα στα ερείπια της εποχής της

Εδώ είναι το «κλειδί» που πολλοί χάνουν όταν αφηγούνται αυτή την ιστορία. Η Αγία Ελένη δεν βρήκε απλώς ένα ιερό κειμήλιο. Δεν ήταν αρχαιολόγος της πίστης που έψαχνε έναν τρόπο να γεμίσει ένα μουσείο. Βρήκε ένα σύμβολο ελπίδας, σε μια εποχή παρακμής, βίας και αυτοκρατορικής κρίσης.

Το 326 μ.Χ. ο κόσμος που γνώριζε η Ελένη βρισκόταν σε αποσύνθεση. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία είχε ήδη γνωρίσει δεκαετίες εμφυλίων, δολοφονιών αυτοκρατόρων, οικονομικής κατάρρευσης, επιδημιών. Ο κόσμος ήταν κουρασμένος. Εξαντλημένος. Σε αναζήτηση μιας αφήγησης που να τον συγκρατεί όρθιο. Το «τι πιστεύουμε;» είχε αντικαταστήσει το «τι κυβέρνηση έχουμε;» ως το πιο επείγον ερώτημα της εποχής.

Και μέσα σε αυτό το κλίμα, μια γυναίκα με σκονισμένα πόδια σήκωσε ένα ξύλο από χώμα και είπε: «Να! Εδώ είναι κάτι που αξίζει να πιστέψετε». Αυτή η πράξη δεν ήταν θρησκευτική μόνο. Ήταν πολιτική. Ήταν ψυχολογική. Ήταν, με τη βαθύτερη έννοια, επαναστατική. Γιατί δεν πρόσφερε εξουσία. Πρόσφερε νόημα.

Και εδώ έρχεται η ερώτηση που καίει: Τι ψάχνει να βρει σήμερα η κοινωνία μέσα στα ερείπια της δικής της εποχής;

Γιατί και εμείς ζούμε σε εποχή παρακμής, όχι Ρωμαϊκής, αλλά δικής μας. Παρακμή της εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Παρακμή της δημόσιας συνομιλίας. Παρακμή της αίσθησης ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν. Παρακμή της ικανότητάς μας να ακούμε κάτι που δεν έχει hashtag, που δεν χωράει σε βίντεο 30 δευτερολέπτων, που δεν αποδεικνύεται με likes.

Η κοινωνία σήμερα μοιάζει κουρασμένη. Οι θεσμοί δοκιμάζονται καθημερινά. Η εμπιστοσύνη προς την πολιτική, τη δικαιοσύνη, ακόμη και προς την ίδια τη δημόσια ζωή, φθείρεται αργά αλλά σταθερά. Οι εκλογές έρχονται και φεύγουν, οι υποσχέσεις επαναλαμβάνονται, όμως πολλοί άνθρωποι αισθάνονται πως τίποτα ουσιαστικό δεν αλλάζει.

Και μέσα σε όλον αυτόν τον θόρυβο, η Κύπρος κουβαλά ακόμη το βάρος της δικής της ανοιχτής πληγής: Της κατεχόμενης γης της. Των εκκλησιών που σιωπούν πίσω από συρματοπλέγματα. Των σπιτιών που έμειναν κλειστά μισό αιώνα. Των ανθρώπων που μεγάλωσαν με φωτογραφίες χωριών που δεν έζησαν ποτέ, αλλά συνεχίζουν να κουβαλούν μέσα τους σαν προσωπική μνήμη.

Ίσως γι’ αυτό αυτή η ιστορία επιβίωσε για 1.700 χρόνια στην Κύπρο. Γιατί αυτός ο τόπος καταλαβαίνει βαθιά τι σημαίνει να ψάχνεις κάτι που χάθηκε χωρίς να σταματάς να πιστεύεις ότι αξίζει να το βρεις.

Η κοινωνία ψάχνει σήμερα ακριβώς ό,τι έψαχνε τότε: ένα σύμβολο που να ενώνει αντί να χωρίζει. Μια αλήθεια που να αντέχει το χρόνο. Έναν λόγο να σηκωθεί κανείς το πρωί και να πιστέψει ότι αξίζει να φροντίσει κάτι πέρα από τον εαυτό του. Αυτό δεν είναι θρησκευτικό ζήτημα. Είναι ανθρώπινο.

Και η απάντηση, αν υπάρχει, δεν βρίσκεται στα feeds, στις ειδήσεις, στις δημοσκοπήσεις. Βρίσκεται στο ίδιο μέρος που η Ελένη αποφάσισε να σκάψει: εκεί που κάποιος έχει φροντίσει να θάψει ό,τι είναι αληθινό, γιατί το αληθινό πάντα ενοχλεί εκείνους που κυβερνούν μέσω φόβου.

Το μήνυμα για τον κόσμο που έρχεται

Ζούμε σε εποχές που μοιάζουν με αυτή τη μεγάλη ξηρασία που περιγράφουν οι πηγές: λείπει το νερό και αναπτύσσονται τα φίδια.

Λείπει η ουσιαστική επικοινωνία και αναπτύσσεται η τοξικότητα. Λείπει η εμπιστοσύνη στον άλλον και αναπτύσσεται ο φόβος. Λείπει η μνήμη και αναπτύσσεται η χειραγώγηση. Λείπει η συλλογικότητα και αναπτύσσεται η μοναξιά. Λείπει το βάθος και αναπτύσσεται η επιφάνεια που λάμπει χωρίς να ζεσταίνει.

Σήμερα δεν μας λείπουν οι πληροφορίες. Πνιγόμαστε σε πληροφορίες. Μας λείπουν τα σύμβολα που ενώνουν. Μας λείπει η αφήγηση που δίνει νόημα. Μας λείπει ο λόγος για να σηκωθεί κάποιος στα 80 του και να πει: «θα πάω να βρω αυτό που χάθηκε».

Η Ελένη δεν έκανε «θαύμα» με τη μαγική έννοια της λέξης. Έκανε κάτι πολύ πιο δύσκολο: εμπιστεύτηκε. Ότι αξίζει να ψάξεις. Ότι αυτό που θάφτηκε μπορεί να βρεθεί. Ότι ο κόπος έχει νόημα. Ότι η πράξη είναι η φυσική συνέχεια της πίστης όχι η αντικατάστασή της.

Και μετά έφερε γάτες. Γιατί τα φίδια χρειάζονται πρακτικές απαντήσεις, όχι μόνο προσευχές. Αυτό είναι το μεγαλύτερο μήνυμά της. Και είναι οδηγός για όλα όσα έρχονται. Γιατί πολλά έρχονται. Το ξέρουμε. Αισθανόμαστε το βάρος τους ήδη, στην πολιτική, στο κλίμα, στις οικογένειες, στις ψυχές. Ο κόσμος αλλάζει ταχύτερα από όσο μπορούμε να αφομοιώσουμε, και πολλοί από μας νιώθουμε να στεκόμαστε μέσα σε μια ξηρασία δικής μας, περιμένοντας κάτι να ξαναρχίσει να βρέχει.

Αυτό που η ιστορία της Αγίας Ελένης μας διδάσκει σήμερα, 1.700 χρόνια μετά, είναι ότι η αναμονή δεν είναι ο μόνος τρόπος. Υπάρχει και η αναζήτηση.

Υπάρχει και το να σκύψεις, να σκάψεις, να κουραστείς, να απειληθείς και να συνεχίσεις. Να δεις αυτό που οι άλλοι σκόπιμα ή από αδιαφορία έθαψαν. Να το σηκώσεις. Να το φέρεις στο φως.

Το φως δεν υπόσχεται ότι τα φίδια θα εξαφανιστούν αύριο. Υπόσχεται ότι δεν είσαι μόνος σου απέναντί τους. Υπόσχεται ότι υπάρχουν γάτες και ότι κάποιος κάποτε είχε τη φρόνηση να τις στείλει. Κράτα το φως. Ακόμη και όταν δεν βλέπεις πού οδηγεί.

Ίσως τελικά το μεγαλύτερο θαύμα της Αγίας Ελένης να μην ήταν ότι βρήκε τον Σταυρό. Αλλά ότι κατάφερε να δώσει σε έναν κουρασμένο κόσμο έναν λόγο να σηκώσει ξανά το βλέμμα του προς το φως.

Δεκαεπτά αιώνες μετά, ο κόσμος εξακολουθεί να ψάχνει μέσα στα ερείπιά του κάτι για να πιστέψει. Κάτι που να τον ενώνει αντί να τον χωρίζει. Κάτι αληθινό, όχι κατασκευασμένο.

Ίσως αυτό να είναι τελικά η πραγματική σημασία της Εύρεσης. Δεν βρίσκεις τον Σταυρό μία φορά, πριν από χίλια επτακόσια χρόνια, σε ένα χαντάκι κάτω από ειδωλολατρικό ναό. Τον βρίσκεις κάθε φορά που αποφασίζεις να ψάξεις. Κάθε φορά που δεν παρατάς. Κάθε φορά που επιλέγεις τη δύναμη της πράξης αντί της ευκολίας της σιωπής. Κάθε φορά που αποφασίζεις να μη μείνεις θεατής.

Σήμερα, στο Ακρωτήρι Γάτα, 15 χιλιόμετρα δυτικά της Λεμεσού, οι μοναχές τρέφουν εκατοντάδες γάτες. Εκπληρώνουν μια εντολή που δόθηκε πριν από χίλια επτακόσια χρόνια. Κανείς δεν ξέρει αν όλα έγιναν ακριβώς έτσι. Αλλά ξέρουμε πως κάποιος, κάποτε, έψαξε και βρήκε.

Αυτό μόνο αρκεί.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα