Μήπως ο Δημοκρατικός Συναγερμός και τα στελέχη του έχουν αιφνιδιαστεί από το πόρισμα της ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς με αποτέλεσμα να λειτουργούν ασύμμετρα στον πολιτικό τους λόγο; Ή μήπως δεν ανέμεναν ότι το περιεχόμενο του πορίσματος θα μετατρεπόταν από την αντιπολίτευση ως ένα μείζον πολιτικό γεγονός με βάση το οποίο θα έκτιζαν τις αντιδράσεις τους; Κανένας αιφνιδιασμός για το πόρισμα και καμία έκπληξη από την αντίδραση κυρίως του ΑΚΕΛ.
Εν μέσω αυτών των εξόφθαλμων, θα έλεγε κάποιος, παρενεργειών από τη δημοσιοποίηση του πορίσματος, ο ΔΗΣΥ ξαφνικά τρεις βδομάδες μετά τη σαφή επιτυχία του στις βουλευτικές εκλογές βρίσκεται σήμερα σε στρατηγικό ή έστω τακτικό αδιέξοδο λόγω του πορίσματος.
Όπως ο διάβολος το λιβάνι
Και αυτό διότι, παρά τη σοβαρότητα των ευρημάτων και την ένταση της δημόσιας συζήτησης, η ηγεσία του κόμματος εξακολουθεί να αποφεύγει να τοποθετηθεί με σαφήνεια για τις πρακτικές που αποδίδονται στον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Αναστασιάδη. Σε μια ευρεία πολιτική αντιμετώπιση παρόμοιων φαινομένων διαπλοκής και διαφθοράς το φυσιολογικό θα ήταν τουλάχιστον μια αξιοπρεπής αντιμετώπιση του ζητήματος. Ωστόσο αυτό δεν φαίνεται εκ των αντιδράσεων να αγγίζει τη γενικότερη στάση τήρησης των προσχημάτων από πλευράς του ΔΗΣΥ.
Η ευκαιρία…
Το πόρισμα έχει ήδη εξελιχθεί σε πεδίο σφοδρής πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ. Το κόμμα της Αριστεράς επιδιώκει να αναδείξει το περιεχόμενό του ως επιβεβαίωση όσων ακόμη και τώρα υποστηρίζει για τον βίο και την πολιτεία του Νίκου Αναστασιάδη και την «κουλούρα» της διακυβέρνησής του. Από την άλλη πλευρά όλη τη βδομάδα τα στελέχη του ΔΗΣΥ κατηγορούν το ΑΚΕΛ ότι επιχειρεί να δημιουργήσει «λαϊκά δικαστήρια» και να εργαλειοποιήσει πολιτικά μία υπόθεση που βρίσκεται ακόμη υπό διερεύνηση.
Ωστόσο, το βασικό πολιτικό πρόβλημα του ΔΗΣΥ δεν είναι η σύγκρουσή του με το ΑΚΕΛ, του οποίου καταλογίζει πολλά και ορισμένα εκ των οποίων δεν μπορούν να αποκρουστούν σε σχέση με τη διακυβέρνηση της πενταετίας 2008-2013. Ο ΔΗΣΥ στη πραγματικότητα αδυνατεί να απαντήσει στο ερώτημα που θέτει η κοινωνία: ποια είναι τελικά η θέση του για τις πρακτικές και τις συμπεριφορές που καταγράφονται στο πόρισμα;
Ουσία, παρελθόν και «ανοησία»
Αντί να τοποθετηθεί επί της ουσίας, μεγάλο μέρος της ηγεσίας του κόμματος επέλεξε να μεταφέρει τη συζήτηση σε άλλες υποθέσεις του παρελθόντος θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο καλύπτεται πολιτικά. Μια τακτική που ορισμένοι στην προσπάθειά τους να τη δικαιολογήσουν την υποβαθμίζουν στο επίπεδο μιας αμήχανης στάσης που επιφέρει το σοκ από τα ευρήματα της Αρχής.
Αυτή η τακτική, δηλαδή η μεταφορά της συζήτησης σε άλλες υποθέσεις κυρίως πριν τη δεκαετή ανάληψη της διακυβέρνησης από τον Νίκο Αναστασιάδη, μόνο και μόνο για να υπάρξει μια μηχανιστική και αντανακλαστική αντίδραση απέναντι στις αντιδράσεις του ΑΚΕΛ, χαρακτηρίστηκε από τον βετεράνο πολιτικό πρώην κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του κόμματος Χρήστο Πουργουρίδη ως μια «ανοησία» και «επιεικώς απαράδεκτη». Το πρώην συναγερμικό στέλεχος κατηγόρησε ευθέως την ηγεσία του κόμματος για έλλειψη πολιτικού θάρρους ενώ όπως υποστήριξε ο ΔΗΣΥ όφειλε να καταδικάσει τις συμπεριφορές που περιγράφονται στο πόρισμα και να διαχωρίσει τη θέση του από όσους φέρονται να εμπλέκονται. Μάλιστα θέτει στο τραπέζι την ανάγκη όπως ο Νίκος Αναστασιάδης θα έπρεπε, μέχρι την ολοκλήρωση των ερευνών, να απομακρυνθεί από τα συλλογικά όργανα του κόμματος και να στερηθεί τον τίτλο του επίτιμου προέδρου.
Η ευκαιρία
Στο ερώτημα εν ολίγοις για το τι προσφέρει το πόρισμα για τον ΔΗΣΥ η απάντηση είναι αυτονόητη για κάθε νοήμονα πολίτη: προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για το κόμμα να ολοκληρώσει τη χειραφέτηση και τον πολιτικό απογαλακτισμό του από τον Νίκο Αναστασιάδη. Να αποδείξει ότι διαθέτει την αυτοπεποίθηση να ασκήσει αυτοκριτική και να διαχωρίσει τη θέση του από πρακτικές που έχουν τραυματίσει την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.
Μέχρι στιγμής όμως δεν φαίνεται να υπάρχει η αναγκαία πολιτική τόλμη. Αντίθετα, δημιουργείται η εικόνα μιας ηγεσίας που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη υπεράσπισης των θεσμών και στην απροθυμία της να συγκρουστεί με τον επίτιμο πρόεδρό της. Είναι μια στάση πολιτικού ακροβατισμού. Από τη μία αναγνωρίζεται η ανάγκη διερεύνησης των καταγγελιών και από την άλλη αποφεύγεται οποιαδήποτε ουσιαστική κριτική προς το πρόσωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης. Αν όμως ο ΔΗΣΥ θεωρεί ότι το πόρισμα δεν πρέπει να οδηγεί σε πολιτική συζήτηση, τότε γιατί να συζητούνται οι συνέπειές του από νομικούς, πολιτικούς επιστήμονες, δημοσιογράφους ή πολίτες; Και αν πράγματι ανησυχεί για τις πολιτικές παρενέργειες της υπόθεσης, γιατί δεν ζητά εξηγήσεις από τον άνθρωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης;
Οι συνέπειες για το 2028
Όλα όσα η κοινωνία βιώνει μετά τη δημοσιοποίηση του πορίσματος για το «Κράτος Μαφία» δεν αφορούν την τρέχουσα πολιτική συγκυρία αλλά κυρίως αφορούν το μέλλον του πολιτικού συστήματος. Το ζήτημα έχει τη δυναμική να επηρεάσει άμεσα τις πολιτικές διεργασίες που ήδη αρχίζουν να διαμορφώνονται ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.
Για τον ΔΗΣΥ, η υπόθεση μπορεί να εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα της μελλοντικής του πορείας. Εάν συνεχίσει να εμφανίζεται διστακτικός απέναντι στην πολιτική κληρονομιά του Αναστασιάδη, κινδυνεύει να εισέλθει στην επόμενη προεκλογική περίοδο κουβαλώντας τα βάρη του παρελθόντος αντί να παρουσιάζει ένα πειστικό όραμα για το μέλλον.
Πιέσεις και σχεδιασμοί
Ταυτόχρονα, η πίεση που δέχεται ο Νίκος Αναστασιάδης από την ευρύτερη κοινωνία των πολιτών επηρεάζει αναπόφευκτα και τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Ο σημερινός Πρόεδρος υπήρξε κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης Αναστασιάδη και η πολιτική του ανάδειξη συνδέθηκε άμεσα με εκείνη την περίοδο. Ο Αναστασιάδης δε, υπήρξε ο βασικός παράγοντας που συνέβαλε στη διαμόρφωση των συνθηκών που οδήγησαν στη νίκη του Χριστοδουλίδη το 2023.
Αυτό σημαίνει ότι όσο αυξάνεται η πολιτική πίεση προς τον Αναστασιάδη, τόσο αυξάνονται και οι πιέσεις προς τον Χριστοδουλίδη να αποδείξει ότι η δική του διακυβέρνηση δεν αποτελεί συνέχεια ίδιας πολιτικής νοοτροπίας και πρακτικών. Αν καταφέρει να επιτρέψει στους θεσμούς να λειτουργήσουν ανεμπόδιστα και χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις, μπορεί να ενισχύσει την εικόνα του ως ένας χειραφετημένος ηγέτης. Αν όμως δημιουργηθεί η εντύπωση ότι εξακολουθεί να υπάρχει πολιτική προστασία προς πρόσωπα ή πρακτικές του παρελθόντος τότε και η συνέχεια της δικής του διακυβέρνησης κινείται πάνω σε μια λεπτή γραμμή.
Η ουσία επομένως είναι ότι το πόρισμα συνιστά μια κρίσιμη δοκιμασία για τους θεσμούς, ένα τεστ πολιτικής αξιοπιστίας για τον ΔΗΣΥ και έναν παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει καταλυτικά το πολιτικό σκηνικό μέχρι το 2028. Και καθώς η υπόθεση περνά πλέον από το επίπεδο των πολιτικών εντυπώσεων στο πεδίο των θεσμικών αποφάσεων, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα πράξει η δικαιοσύνη. Είναι και ποιοι θα βρουν το πολιτικό θάρρος να αναμετρηθούν με τις ευθύνες του παρελθόντος.







