Όταν ο Νίκος Χριστοδουλίδης εκλέχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας το 2023 προχώρησε στον διορισμό συγγενών και κουμέρων σε πολιτικές θέσεις στο Προεδρικό και την κυβέρνηση, προκαλώντας την έντονη αντίδραση μεγάλης μερίδας της κοινωνίας. Οι σκληροπυρηνικοί οπαδοί του Νίκου Χριστοδουλίδη δεν μπορούσαν να δουν καθαρά. Όλοι οι υπόλοιποι ένιωσαν θυμό και αγανάκτηση. Ήταν η πρώτη σοβαρή απογοήτευση για όσους περίμεναν την αλλαγή.
Η δημοτικότητα του Προέδρου άρχισε να σημειώνει πτώση αλλά ο ίδιος δεν φάνηκε να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις αντιδράσεις και το κοινό αίσθημα. Αντίθετα επιχείρησε να δικαιολογήσει τις επιλογές του, λέγοντας ότι ήταν μόνος του όταν ξεκίνησε την προεκλογική εκστρατεία και πως κάποιοι σταμάτησαν να του μιλούν διότι επέλεξε να ακολουθήσει ένα μοναχικό δρόμο. Κάποιοι άνθρωποι, τόνισε, άφησαν τις δουλειές τους για να είναι δίπλα του σε αυτή τη δύσκολη προσπάθεια και έφεραν αποτέλεσμα.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης έκανε επίκληση στο συναίσθημα ώστε να πείσει τους πολίτες για τις επιλογές του. Όμως η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν μόνος του. Η υποψηφιότητα του στηρίχθηκε από τρία κόμματα του Κέντρου και πάρα πολλούς Συναγερμικούς. Όφειλε λοιπόν να εντοπίσει και να επιλέξει πρόσωπα από τα κόμματα που τον στηρίζουν και την ευρύτερη κοινωνία. Έτσι λειτουργούν οι δημοκρατίες. Τελικά δεν έγιναν επανορθωτικές κινήσεις, το ζήτημα θάφτηκε κάτω από τα θέματα της επικαιρότητας και οι πολίτες άρχισαν να συνηθίζουν μια προβληματική κατάσταση. Ο Πρόεδρος κατάφερε να κανονικοποιήσει την κουμπαροκρατία.
Το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα λόγω της απόρριψης από τη Βουλή του αιτήματος της κυβέρνησης για εξάμηνη παράταση της θητείας της υφυπουργού Ευρωπαϊκών Θεμάτων Μαριλένας Ραουνά. Φαίνεται ότι η ανοχή της κοινωνίας και των κομμάτων της αντιπολίτευσης οδήγησε στην αποθράσυνση της κυβέρνησης, η οποία απαιτεί με αλαζονικό τρόπο από τα κόμματα να υπερψηφίσουν το νομοσχέδιο.
Το ζήτημα δεν είναι προσωπικό όπως άφησε να νοηθεί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης. Δεν αφορά τις ικανότητες ή την επάρκεια της Μαριλένας Ραουνά. Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι πρόκειται για κουμέρα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η Βουλή δεν πρέπει να νομιμοποιεί τον διορισμό προσώπων που ανήκουν στον στενό οικογενειακό ή κοινωνικό κύκλο του εκάστοτε Προέδρου. Δημιουργείται κακό προηγούμενο για τους επόμενους ηγέτες της χώρας. Δημιουργείται δυνητικός κίνδυνος η εξουσία να αρχίσει να αντιλαμβάνεται με προβληματικό τρόπο τη λειτουργία του κράτους. Η επιλογή συγγενών και φίλων καθίσταται πολιτική κουλτούρα.
Ο διορισμός της κουμέρας ή του κουμπάρου στη θέση του υφυπουργού δεν είναι παράνομος. Είναι όμως μια πολιτική πράξη που μας οδηγεί σε οπισθοδρόμηση. Η κυβέρνηση δεν είναι ιδιωτική επιχείρηση ούτε ο Νίκος Χριστοδουλίδης ο βασιλιάς της Κύπρου. Υπάρχουν ηθικά όρια, άγραφοι κανόνες και πολιτική δεοντολογία. Αλίμονο οι δημοκρατίες να οικοδομούνταν πάνω σε σχέσεις συγγένειας και κουμπαριάς.
Οι επιλογές του Προέδρου Χριστοδουλίδη παραπέμπουν σε προμοντέρνα μοντέλα δημόσιας διοίκησης, όπου η εξουσία ασκείται μέσα από δίκτυα συγγενών και φίλων. Αυτή όμως δεν είναι λογική σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους. Πόσο μάλλον εάν επικρατήσει σε μια προσπάθεια δημιουργίας υφυπουργείου για ευρωπαϊκά ζητήματα. Θα ήταν οξύμωρο. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ευρώπη δεν παρατηρούνται συχνά αντίστοιχες πρακτικές και αν ποτέ συμβεί κάτι ανάλογο θα προκληθεί έντονη πολιτική αντιπαράθεση.
Η αξιοποίηση συγγενών και κουμπάρων σε καίριες θέσεις παραπέμπουν στον τραμπισμό και σε άλλα προσωποπαγή πολιτικά μοντέλα, όπου η διάκριση ανάμεσα στο κράτος και στον προσωπικό κύκλο του ηγέτη αρχίζει να θολώνει. Ωστόσο, οι θεσμοί υπάρχουν ακριβώς για να μην προσωποποιείται η εξουσία και να εξαρτάται η κοινωνία από τις προσωπικές σχέσεις του εκάστοτε ηγέτη. Η Κύπρος διαθέτει χιλιάδες ανθρώπους με επιστημονική κατάρτιση και διεθνή εμπειρία, οι οποίοι θα μπορούσαν να υπηρετήσουν το δημόσιο συμφέρον.
Το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι η παράταση της θητείας της υφυπουργού εξυπηρετούσε το εθνικό συμφέρον δεν πείθει. Πρόκειται για μια προσπάθεια ενός στενού κύκλου ανθρώπων να παρουσιάσουν ως εθνικό συμφέρον τη δική τους πολιτική σταδιοδρομία. Τα σοβαρά κράτη δεν εξαρτώνται από την παρουσία ενός προσώπου. Οι θεσμοί είναι πιο ισχυροί από τα πρόσωπα. Θα πρέπει λοιπόν να αποβάλουμε στοιχεία του νησιώτικου χαρακτήρα μας και να σταματήσουμε να θεωρούμε λογικό κάτι που στην Ευρώπη θεωρείται ηθικά απαράδεκτο.






