Γράφει ο Νίκος Μεσαρίτης
Ο πολίτης αρκεί μόνο να έχει μια στοιχειώδη επαφή με τον δυτικό πολιτισμό, καθώς, ο Μακιαβέλι (προσωπογραφία) εξακολουθεί να είναι πανταχού παρών. Πολλοί έχουν ταυτίσει αυτόν τον Φλωρεντινό αξιωματούχο και πρώιμο πολιτικό επιστήμονα με τον πλήρη κυνισμό και την αδίστακτη επιδίωξη του συμφέροντος, τις μηχανογραφίες και την ανηθικότητα ή, με τη διατύπωση ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Πιο κοντά στο σύγχρονο, ο Όσκαρ Ουάιλντ περιγράφοντας τον κυνικό έλεγε ότι: «Κυνικός είναι ο άνθρωπος που ξέρει την τιμή των πάντων και την αξία του τίποτα.
Η γοητεία του ανεύθυνου και η πολιτική χωρίς ενοχές. Ζούμε σε μια εποχή όπου η πολιτική φαίνεται να έχει απωλέσει ένα από τα πιο δομικά της συστατικά: την ντροπή. Στο σύγχρονο πολιτικό σκηνικό, αναδύεται ένας νέος, ιδιότυπος τύπος ηγέτη. Είναι ο πολιτικός που δεν στεναχωριέται για τα λάθη του, όσο σοβαρά, καταστροφικά ή ηθικά επιλήψιμα κι αν είναι. Αντίθετα, με μια πρωτοφανή άνεση και επικοινωνιακή ευκολία, επιστρατεύει το ψέμα, τη διαστρέβλωση και την ωραία συσκευασία για να δικαιολογήσει τις αστοχίες και αποτυχίες του. Πρόκειται για την απόλυτη επικράτηση μιας «πολιτικής χωρίς ενοχές», η οποία ασκεί μια παράδοξη, σχεδόν ναρκισσιστική «γοητεία» σε ένα μέρος της κοινωνίας που έχει εθιστεί στην απάθεια.
1. Το «Αλάθητο» της Εξουσίας Για τον κυνικό πολιτικό, η παραδοχή ενός λάθους δεν θεωρείται πράξη γενναιότητας ή πολιτικής ευθιξίας, αλλά θανάσιμο στρατηγικό σφάλμα. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Απόστολος Αποστόλου, «ο κυνικός πολιτικός λούζεται μέσα στην αντιστροφή όλων των προσήμων». Είναι εκείνος που μετατρέπει την αποτυχία σε θρίαμβο και το ψέμα σε εναλλακτική αλήθεια.
Με την αλαζονεία της καρέκλας δημιουργεί ψευδαισθήσεις αλάθητου. Όταν μια πολιτική αποτυγχάνει, όταν ένας σχεδιασμός καταρρέει ή όταν αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο, ο ανεύθυνος ηγέτης δεν θα νιώσει τύψεις. Αντί για αυτοκριτική, επιστρατεύεται αμέσως ο μηχανισμός της μετατόπισης ευθυνών: φταίνε οι προηγούμενοι, φταίει η διεθνής συγκυρία, φταίνε τα μέσα ενημέρωσης. Αυτή η πλήρης ανοσία στις ενοχές επιτρέπει σε αυτούς τους πολιτικούς να λειτουργούν με ασυνειδησία και βαθιά συγκεκαλυμμένη περιφρόνηση προς τους πολίτες.
2. Ξέρουν τι κάνουν, αλλά το κάνουν ούτως ή άλλως. Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται ευδιάκριτα στην ελληνική ή κυπριακή πολιτική ζωή. Ο Γερμανός φιλόσοφος Πέτερ Σλότερντικ, στο έργο του Κριτική του Κυνικού Λόγου, περιέγραψε τη φόρμουλα του σύγχρονου πολιτικού με τη φράση: «Ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν, αλλά το κάνουν ούτως ή άλλως». Ο κυνικός πολιτικός δεν χαρακτηρίζεται από αφέλεια. Γνωρίζει την τεράστια απόσταση ανάμεσα στην πολιτική του υποκρισία και την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά επιμένει στην υποκρισία επειδή εξυπηρετεί τα προσωπικά ή κομματικά του συμφέροντα. Στην Κύπρο, βιώθηκε και συνεχίζει να βιώνεται αυτή η τακτική γύρω από κορυφαία ζητήματα διαφθοράς. Η πρόσφατη παραπομπή του τέως Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη από την Αρχή κατά της Διαφθοράς για πιθανή κατάχρηση εξουσίας, συνοδεύτηκε από επιθετικές ανακοινώσεις άρνησης των πάντων, ούτως ώστε να μετατραπεί ο κατηγορούμενος σε τιμητή. Την ίδια ώρα, αλλεπάλληλες αποκαλύψεις για διαπλοκή, αντιμετωπίστηκαν με οχύρωση πίσω από το αφήγημα του «υβριδικού πολέμου». Αντί για ριζική ανάληψη ευθύνης, οι πολίτες ακούνε ότι η χώρα «δέχεται επίθεση», σε μια κλασική προσπάθεια να μετατραπεί η πολιτική αστοχία σε εθνική απειλή.
Στην Ελλάδα, η διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών ανέδειξε έναν πρωτόγνωρο κυβερνητικό κυνισμό, όπου η επικοινωνιακή διαχείριση και η διάχυση της ευθύνης, προτάχθηκαν της ουσιαστικής δικαιοσύνης. Ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, δημιούργησε τη σχολή των «εναλλακτικών γεγονότων» (alternative facts). Ευρωπαίοι ηγέτες βαφτίζουν τις αποτυχίες ως «αναγκαίες μεταρρυθμίσεις». Το ψέμα λέγεται με αυτοπεποίθηση, κοιτάζοντας την κάμερα στα μάτια, με ένα ηθικό κενό.
3. Η Γοητεία του Ανεύθυνου και η Ευθύνη των Πολιτών Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι η συμπεριφορά των ίδιων των πολιτικών, αλλά η ανοχή της κοινωνίας. Η πολιτική φιλόσοφος Σαντάλ Μουφ έχει προειδοποιήσει ότι «η επέκταση του κυνισμού στο δημόσιο τομέα αποτελεί υποβάθμιση της δημόσιας συζήτησης με απροσμέτρητες συνέπειες». Και το ερώτημα, γιατί, επιτρέπεται σε τέτοιους ανθρώπους να κυβερνούν;
Η απάντηση κρύβεται στη «γοητεία» που ασκεί η απόλυτη έλλειψη ενοχών. Σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητα, ο θρασύδειλος πολιτικός που εμφανίζεται σίγουρος για τον εαυτό του, ακόμα και όταν αστοχεί ολέθρια, εκπέμπει μια ψευδαίσθηση δύναμης. Η κοινωνία κουρασμένη παγιδεύεται σε αυτό το θέατρο. Όπως σημειώνεται, ο πολιτικός κυνισμός γεννιέται «όταν η σκέψη πηγαίνει για διακοπές και δεν επιστρέφει ποτέ, όταν η χυδαιότητα καλλιεργείται στην κοινωνία». Η απάθεια των πολιτών και η λογική του «όλοι οι ίδιοι είναι» αποτελούν το καλύτερο λίπασμα για να επικρατήσει η ανευθυνότητα.
Η Ανατροπή: Η Επιστροφή στην Πολιτική της Ευθύνης και της ντροπής. Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει νέα κανονικότητα. Η πραγματική ανατροπή θα έρθει όταν η κοινωνία των πολιτών αποφασίσει να σπάσει τον κύκλο της ανοχής. Οφείλουμε να σταματήσουμε να γοητευόμαστε από τους θρασείς, τους ανεύθυνους και τους πολιτικούς που εξιδανικεύουν τα άγρια ένστικτα της αυτοσυντήρησής τους μέσα από δολοφονίες χαρακτήρων και τοξικές ρητορικές.
Η πολιτική ευθιξία, η παραίτηση μετά από μια αποτυχία και η ειλικρινής συγγνώμη πρέπει να πάψουν να θεωρούνται «αδυναμίες» και να ξαναγίνουν τα ανώτατα παράσημα ενός δημόσιου λειτουργού. Μόνο αν απαιτήσουμε ξανά την αλήθεια και τη λογοδοσία, με κόστος και συνέπειες για όσους αποτυγχάνουν, θα καταφέρουμε να επιστρέψουμε σε έναν υγιή πολιτικό πολιτισμό. Η πολιτική χωρίς ενοχές πρέπει να τελειώσει, και τη θέση της να πάρει η πολιτική της ευθύνης.







