Η προχθεσινή παρέλαση για την επέτειο της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας προκάλεσε, νομοτελειακά θα έλεγα, αρνητικούς συνειρμούς. Καταρχάς, μου ήρθε στο μυαλό μου το παγκόσμιο ρεκόρ που κατέχει η Κύπρος στις εθνικές εορτές- εννέα το σύνολο (!), τέσσερεις των Ελληνοκυπρίων και πέντε των Τουρκοκυπρίων (23 Απριλίου-εθνική εορτή της Τουρκίας, 19 Μαΐου-Ημέρα Ατατούρκ, 20 Ιουλίου-Ημέρα Ελευθερίας, 1 Αυγούστου -ίδρυση της ΤΜΤ, 15 Νοεμβρίου εγκαθίδρυση ΤΔΒΚ). Οι περισσότερες χώρες έχουν μία εθνική εορτή και μερικές καμία. Κοτζάμ Αγγλία, με όλη την πλούσια ιστορία της, δεν έχει ούτε μία επίσημη εθνική εορτή. Βρε τη καημένη! Θα μπορούσε να γιόρταζε το Τραφάλγκαρ που για τους Άγγλους είναι η απόλυτη ναυτική νίκη που εξασφάλισε τη βρετανική κυριαρχία στις θάλασσες για πάνω από έναν αιώνα. Ή να γιόρταζε τη μάχη του Βατερλό που θεωρείται η αποφασιστική στιγμή που τερμάτισε οριστικά τις φιλοδοξίες του Ναπολέοντα και ανέδειξε τη Βρετανία ως κυρίαρχη ευρωπαϊκή δύναμη. Ή ακόμα -για να περιοριστώ μόνο σε τρία παραδείγματα- τη Μάχη της Βρετανίας to 1940 που αποτελεί το «finest hour» της χώρας: η RAF απέκρουσε τη Luftwaffe και απέτρεψε τη γερμανική εισβολή, διασώζοντας την ανεξαρτησία της Βρετανίας.
Το γεγονός ότι έχουμε τόσες πολλές εθνικές γιορτές δεν θα ήταν per se πρόβλημα, αν δεν ενίσχυαν την προδιάθεση για μια δικοινοτική σύγκρουση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα εθνική τραγωδία και να είναι εμπόδιο για μια βιώσιμη λύση. Οι εθνικές εορτές λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές έντασης, προσφέροντας σε δεξιές εθνικιστικές ομάδες ευκαιρίες για κινητοποίηση και επίδειξη ισχύος. (Bλ. «Dangerous Days: The impact of Nationalism on Interstate Conflict” της Security Studies). Στην περίπτωση της Κύπρου, αυτό μεταφράζεται σε μια επαναλαμβανόμενη ρητορική περί «απελευθέρωσης των κατεχομένων», δηλαδή την ιδέα ότι η εκδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων μπορεί να επιτευχθεί στρατιωτικά. Μια θέση όχι μόνο πολιτικά επικίνδυνη, αλλά και στρατηγικά ανεδαφική, που τροφοδοτεί ψευδαισθήσεις ισχύος και υπονομεύει κάθε προοπτική ειρηνικής επίλυσης. Κοντολογίς, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έχουν εισέλθει σε ένα φαύλο κύκλο: Περισσότερες εορτές οδηγούν σε περισσότερο εθνικιστικό συναίσθημα κι αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε ακόμη περισσότερες εορτές. Αν πράγματι θέλουμε να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο πριν μας καταπιεί, ας ορίσουμε μια μέρα του χρόνου που να είναι μια κοινή κυπριακή ημέρα μνήμης. Σε μια τέτοια μέρα Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θα τιμούν τα θύματα και των δύο κοινοτήτων, το ανθρώπινο κόστος της σύγκρουσης και την ανάγκη για ειρήνη και συμφιλίωση. Αυτό δεν θα διέγραφε την ιστορία. αλλά θα την απομυθοποιούσε και θα τη μετέτρεπε σε κοινό έδαφος, αντί για πεδίο αντιπαράθεσης. Αυτό δεν σημαίνει να καταργήσουμε όλες τις εθνικές εορτές. Σημαίνει να τoυς δώσουμε ένα άλλο νόημα. Να μετακινηθούμε από την αναπαραγωγή της σύγκρουσης, στη μνήμη της συνύπαρξης. Από την επίδειξη εθνικής ισχύος στην αναγνώριση του κοινού τραύματος. Από την τελετουργική πόλωση στην πολιτική ωριμότητα. Αν τώρα κάποιοι αντιδράσουν λέγοντας «με τα λόγια χτίζεις ανώγια και κατώγια», θα απαντήσω με μια άλλη παροιμία «αν θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα να 'χει ο πεθερός».
Ναι, η Κυπριακή Δημοκρατία γιόρτασε προχθές «μεγαλοπρεπώς» την εθνική εορτή της ανεξαρτησίας. Όμως η ίδια η κρατική υπόσταση παραμένει αμφισβητούμενη από ένα μεγάλο μέρος της ιστορικής μνήμης των δύο κοινοτήτων. Για τους Ελληνοκύπριους, η ανεξαρτησία του 1960 δεν υπήρξε ποτέ ο ιδανικός προορισμός. Αντίθετα, ήταν ένας συμβιβασμός που έβαλε φρένο στο αίτημα της Ένωσης. Ποτέ δεν ήταν η ανεξαρτησία ο στόχος μας! Για την ακρίβεια, η ανεξαρτησία μας «κερδίθηκε» επειδή ηττήθηκε η ΕΟΚΑ, αλλά αυτό δεν είναι πολιτικά ορθό να ειπωθεί από τους ηγέτες μας, και ούτε βέβαια, αναφέρεται στα σχολικά βιβλία Ιστορίας. Για τους Τουρκοκύπριους, η περίοδος της ανεξαρτησίας, 1963-1974, συνδέεται με φόβο, ανασφάλεια και βία. Επιπλέον, επικρατεί η αντίληψη ότι η Ε/κ πλευρά «κατέλαβε» το κράτος και το μετέτρεψε σε μονοκοινοτικό. Αυτή η αφήγηση είναι σήμερα κυρίαρχη στον Τ/κ δημόσιο λόγο και ενισχύεται από την πολιτική ηγεσία τους, η οποία τονίζει ότι οι Τ/κ είναι «ισότιμοι ιδρυτικοί εταίροι» που παραμερίστηκαν από το 1963. Έτσι, η εθνική εορτή της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν λειτουργεί ως κοινός τόπος μνήμης, αλλά ως υπενθύμιση ότι η Κύπρος δεν απέκτησε ποτέ ενιαία εθνική αφήγηση. Αυτό το κενό το καλύπτουν άλλες εορτές — η 25η Μαρτίου, η 28η Οκτωβρίου, η 20ή Ιουλίου, η 15η Νοεμβρίου. Καθεμία από αυτές κουβαλάει ένα φορτίο που δεν είναι απλώς ιστορικό αλλά και πολιτικό. Οι παρελάσεις, οι λόγοι, οι συμβολισμοί, τα εμβατήρια, οι σημαίες, οι αναφορές σε «ήρωες» και «εχθρούς» λειτουργούν ως τελετουργική αναπαράσταση του εθνικού αφηγήματος της κάθε κοινότητας. Και επειδή τα αφηγήματα αυτά είναι ανταγωνιστικά, οι εορτές δεν ενώνουν αλλά, απεναντίας, διαιρούν.
Με λίγα λόγια, γιορτάζουμε την ανεξαρτησία μας σαν να μην έχει ποτέ αμφισβητηθεί, σαν να μην έχει ποτέ τραυματιστεί, σαν να μην έχει ποτέ αποτύχει να προστατεύσει όλους τους πολίτες της. Αυτή η τελετουργική ακαμψία παράγει αρνητικούς συνειρμούς γιατί έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ιστορική εμπειρία: ένα κράτος που δεν κατάφερε να αποτρέψει τη διχοτόμηση, που δεν κατάφερε να οικοδομήσει κοινή (Τ/κ και Ε/κ) πολιτική ταυτότητα, που συνεχίζει να λειτουργεί με δύο παράλληλες μνήμες και δύο παράλληλες αφηγήσεις.
Κι όμως, κάθε χρόνο η παρέλαση της 1ης Οκτωβρίου παρουσιάζεται ως επίδειξη «εθνικής ενότητας». Στην πράξη, όμως, δεν ενώνει. Απλώς ανακυκλώνει τις ίδιες γραμμές διάκρισης που συντηρούν τη διχοτόμηση και την πολιτική καχυποψία ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Αντί η επέτειος να λειτουργεί ως στιγμή αναστοχασμού, λειτουργεί ως επιβεβαίωση ενός αφηγήματος που βολεύει όσους δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα. Γι’ αυτό και οι αρνητικοί συνειρμοί δεν είναι τυχαίοι.







