Γράφει η Πέγκυ Σπινέλη
Υπάρχουν παιδαγωγικές μέθοδοι που απορρίπτουν την τιμωρία ως μέσο συμμόρφωσης. Υπάρχουν όμως και στιγμές που το επιχείρημα εξαντλείται από τα ίδια τα γεγονότα. Όταν το κοντέρ ξεπερνά τα 172 χιλιόμετρα την ώρα, όταν υπάρχουν ιατροδικαστικές εκθέσεις, καταγγελίες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές που συνιστούν δημόσιο κίνδυνο, η ανοχή παύει να είναι αρετή. Εκεί, η δοτή εξουσία σταματά να λειτουργεί σαν ασπίδα και ο Γενικός Εισαγγελέας περνά στο πρώτο πλάνο. Στο πρώτο πλάνο -όχι στο κάτω. Αυτό, άλλωστε, είναι επιλήψιμο και ποινικά κολάσιμο.
Στην Κύπρο, τη μικρή νήσο όπου όλοι γνωρίζουμε άπαντες και άπαντες γνωρίζουν τα πάντα, εξακολουθούν να υπάρχουν πρόσωπα που υιοθετούν μια πεοβαρή και εντυπωσιακά προβληματική στάση απέναντι σε συναδέλφους, φίλους, γνωστούς και αγνώστους, είτε οι τελευταίοι είναι συμπολίτες είτε ψηφοφόροι. Μια στάση που αντλεί αυτοπεποίθηση όχι από την κοινωνική αποδοχή αλλά από την επίπλαστη «ασφάλεια» μιας δοτής εξουσίας, που όπως δίνεται έτσι κι άρεται.
Για τους πολλούς, η διαδικασία είναι απλή, σχεδόν αυτόματη. Για τους εκλεκτούς εκλελεγμένους, όμως, η επιστροφή στον μπίθουλα μέσω της άρσης ασυλίας μετατρέπεται σε σύνθετο θεσμικό δράμα: διαπραγματεύσεις, νομικές ερμηνείες, επεξηγήσεις, καθυστερήσεις. Και, συχνά, ένταση.
Η άρση βουλευτικής ασυλίας είναι σπάνια. Από το 1960 μέχρι σήμερα, μόλις τέσσερις φορές εγκρίθηκε σχετικό αίτημα. Ροδοσθένους το 1961, Γιώργος Γεωργίου το 1984 για πλαστογραφία, Σαρίκας το 2015, Θεμιστοκλέους το 2016. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται, όχι συχνά αλλά πάντα με θόρυβο.
Η πρόσφατη περίπτωση του βουλευτή του Δημοκρατικού Συναγερμού και η καταγγελία εναντίον του, την οποία η κατηγορούμενη ήρε πριν την υπό συζήτηση άρση της βουλευτικής του ασυλίας, δεν είναι η πρώτη κατά την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με τέτοια διλήμματα.
Η πρώτη ιστορικά υπόθεση άρσης βουλευτικής ασυλίας, όπως υπενθύμισε πρόσφατα ο συνταγματολόγος Αχιλλέας Αιμιλιανίδης, αφορούσε τον Λεύκιο Ροδοσθένους, στα πρώτα χρόνια της Δημοκρατίας. Αγωνιστής της ΕΟΚΑ, καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας για κλοπή, εκφοβισμό και απόπειρα λήψης χρημάτων μέσω απειλών. Η ποινή: φυλάκιση ενός έτους και απώλεια της βουλευτικής έδρας.
Η υπόθεση εξελίχθηκε σε θεσμικό λαβύρινθο. Ο δικαστής του Ανωτάτου Ιούλιος Ιωσηφίδης έδωσε άδεια εκτέλεσης της απόφασης ενώ ο Ροδοσθένους ήταν ακόμη βουλευτής. Ακολούθησε έφεση, παραπομπές, συγκρότηση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου υπό έκτακτες συνθήκες και μια ιστορική απόφαση περί αντικειμενικού κινδύνου προκατάληψης. Τελικά, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι ο Ροδοσθένους εξακολουθούσε να είναι βουλευτής μετά την καταδίκη. Η Βουλή έδωσε τη λύση: με 22 ψήφους υπέρ, 10 κατά και 5 αποχές, αποφάσισε ότι είχε διαπράξει αδικήματα ατιμωτικής φύσεως. Η έδρα χάθηκε. Οι θεσμοί, με κόπο, λειτούργησαν.
Δεκαετίες αργότερα, το 2015, το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα για άρση της ασυλίας του βουλευτή Φειδία Σαρίκα, στο πλαίσιο της υπόθεσης ΣΑΠΑ. Η απόφαση ήταν κομβική: για πρώτη φορά, η άρση ασυλίας δεν περιορίστηκε στην ανάκριση αλλά κάλυπτε και το ενδεχόμενο ποινικής δίωξης και φυλάκισης. Ο τότε Γενικός Εισαγγελέας, Κώστας Κληρίδης, μίλησε για απόφαση προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Δεν υπήρξε διαφωνία ως προς την άρση αλλά ως προς την έκτασή της. Τέσσερις δικαστές διαφώνησαν ειδικά για το σκέλος της φυλάκισης. Το μήνυμα, ωστόσο, είχε σταλεί.
Και έπειτα ήρθε ο Ανδρέας Θεμιστοκλέους! Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση, κατά τη διάρκεια της οποίας η Νομική Υπηρεσία, μετά από καταγγελίες για υπέρβαση ορίου ταχύτητας -172 χλμ/ώρα αντί 100- και μετά από αξιολόγηση στοιχείων που κατέδειξαν μακρά αλυσίδα καταδικών και εξωδίκων για παρόμοια αδικήματα -ταχύτητες 141, 170, ακόμη και 190 χλμ/ώρα- αλλά και καταγγελίες για απρεπή συμπεριφορά προς αστυνομικούς, με επίκληση της βουλευτικής ασυλίας και υποθέσεις που διαγράφηκαν, αναστάλθηκαν ή έμειναν αδρανείς λόγω ιδιότητας, αποφάσισε να κινηθεί.
Η κρίση του Γενικού Εισαγγελέα ήταν σαφής: από το σύνολο των στοιχείων προέκυπτε εικόνα κατ’ εξακολούθηση παράβασης του νόμου, υπό συνθήκες που συνιστούσαν πραγματικό δημόσιο κίνδυνο. Με βάση αυτή τη διαπίστωση, καταχωρίσθηκε αίτημα προς το Ανώτατο Δικαστήριο για άρση της βουλευτικής του ασυλίας, ώστε να καταστεί δυνατή η ποινική διερεύνηση και δίωξη.
Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον της πλήρους ολομέλειας του Ανωτάτου, η οποία έκρινε ότι η μη προώθηση της ποινικής διαδικασίας θα έπληττε την αρχή της ισονομίας και του κράτους δικαίου. Υπό τις περιστάσεις, η άρση της ασυλίας κρίθηκε ότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, στη βάση σοβαρών και γνήσιων λόγων.
Σημαντική ήταν και η έκταση της άδειας που παραχωρήθηκε. Το Ανώτατο έκρινε ότι η άρση της ασυλίας μπορεί να καλύπτει όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας –από την ανάκριση μέχρι και την εκτέλεση τυχόν ποινής– χωρίς να απαιτείται νέο αίτημα σε κάθε επιμέρους βήμα. Η Βουλή δεν είχε θεσμικό ρόλο στη διαδικασία και ο βουλευτής μπορούσε να συνεχίσει να ασκεί τα καθήκοντά του, όπως προβλέπει το άρθρο 83 του Συντάγματος.
Κι αν σήμερα η επικαιρότητα μάς θυμίζει πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στο «θεσμικό» και το «ανεπίτρεπτο», αξίζει να θυμηθούμε και μια υπόθεση που έδειξε ακριβώς το άλλο άκρο: τη στιγμή που η ασυλία συζητήθηκε έντονα αλλά τελικά δεν ζητήθηκε να αρθεί.
Το 2015, μετά από επεισόδιο εντός κοινοβουλευτικής διαδικασίας, η τότε δημόσια συζήτηση «φλέρταρε» με την άρση ασυλίας στο πλαίσιο καταγγελιών ανάμεσα στον βουλευτή Ανδρέα Κυπριανού και τη βουλευτή Ειρήνη Χαραλαμπίδου. Οι καταγγελίες κινήθηκαν σε διαφορετικές κατευθύνσεις: από ισχυρισμούς για διασυρμό, δυσφήμιση, εξύβριση και προσβολή μέχρι ισχυρισμό περί άσεμνης επίθεσης, με το περιστατικό να είναι, μάλιστα, ηχογραφημένο και καταγεγραμμένο στα πρακτικά.
Όμως, όταν η υπόθεση πέρασε από το φίλτρο της Νομικής Υπηρεσίας, το συμπέρασμα ήταν αποκαλυπτικό για το πώς (πρέπει να) λειτουργεί ο θεσμός: ο τότε Γενικός Εισαγγελέας έκρινε ότι, με βάση το μαρτυρικό υλικό, τα μόνα αδικήματα που φαίνονταν να στοιχειοθετούνται ικανοποιητικά ήταν εκείνα της δημόσιας αλληλοεξύβρισης, ενώ το αδίκημα της άσεμνης επίθεσης δεν φαινόταν να τεκμηριώνεται επαρκώς. Και κυρίως: δεν αποτάθηκε στο Ανώτατο για άρση ασυλίας, κρίνοντας ότι η ποινικοποίηση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς θα οδηγούσε σε σπατάλη χρόνου και εξόδων.
Το επεισόδιο αυτό έχει αξία σήμερα όχι για να ξανανοίξει αλλά για να θυμίσει κάτι βασικό: ότι η άρση ασυλίας, όταν γίνεται, δεν μπορεί να είναι εργαλείο εντυπώσεων αλλά εξαιρετική θεσμική πράξη -και όταν δεν γίνεται, πάλι εξηγεί κάτι για τα όρια, την αναλογία και τη σοβαρότητα που απαιτεί το δημόσιο συμφέρον.
Και ενώ όλα αυτά έχουν απασχολήσει τις ζωές μας, έρχεται το κερασάκι στην τούρτα του συστημικού σεξισμού με ένα περιστατικό από τα σπάργανα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ο πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ Δημήτρης Ταλιαδώρος, χωρίς να είναι βουλευτής, κατάφερε με μια σεξιστική τοποθέτηση να θυμίσει πόσο βαθιά ριζωμένες παραμένουν ορισμένες αντιλήψεις. Όχι μόνο δεν ανακάλεσε αλλά δήλωσε αμετανόητος. Υποστήριξε ότι δεν υπήρξε πρόθεση υποτίμησης, ότι έχει αποδείξει τον σεβασμό του προς τις γυναίκες και ότι η κοινωνία ασχολείται με «δευτερεύοντα ζητήματα».
Συγκεκριμένα αμφισβήτησε ευθέως την αξιοπιστία της υπουργού Παιδείας Αθηνάς Μιχαηλίδου, ζητώντας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, να τη «μαζέψει». Ο λόγος του δεν ήταν απλώς πολιτικός ή συνδικαλιστικός. Ήταν ενδεικτικός μιας κουλτούρας εξουσίας που θεωρεί αυτονόητο το δικαίωμα της υποτίμησης, τόσο μέσα στα σχολεία όσο και έξω από τη Βουλή.
Από την άρση ασυλίας μέχρι τον δημόσιο λόγο το νήμα είναι κοινό: η εξουσία χωρίς αυτοέλεγχο. Είτε πρόκειται για βουλευτές που επικαλούνται ιδιότητα για να παραβιάζουν τον νόμο είτε για συνδικαλιστές που αρνούνται να αναγνωρίσουν τα όρια της εποχής, το ζητούμενο παραμένει το ίδιο. Οι θεσμοί δεν υπάρχουν για να προστατεύουν πρόσωπα αλλά για να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Αίρε με κι ας κλαίω, λοιπόν. Γιατί, κάποτε, η άρση –ασυλίας, αυταπάτης ή λόγου– είναι η μόνη πράξη που επιτρέπει στην κοινωνία να προχωρήσει, όχι απαραίτητα με 190 χιλιόμετρα την ώρα.






