Η κατάθεση υποψηφιοτήτων σε αριθμούς ρεκόρ για τις επερχόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου στην Κύπρο αποτελεί ένα φαινόμενο που κινείται ανάμεσα σε δύο φαινομενικά αντιφατικές πραγματικότητες. Από τη μία πλευρά καταγράφεται διαχρονικά μια έντονη δυσπιστία σημαντικής μερίδας των πολιτών απέναντι στο πολιτικό σύστημα. Από την άλλη παρατηρείται μια πρωτοφανής κινητοποίηση πολιτών που επιλέγουν να κατέλθουν στις εκλογές, συχνά με αντισυστημικό πρόσημο.
Η αντίφαση είναι εμφανής. Όσοι καταγγέλλουν το σύστημα επιδιώκουν τελικά την ένταξή τους σε αυτό. Η ίδρυση νέων κομμάτων, κινημάτων και ανεξάρτητων σχημάτων, η διεκδίκηση ψήφου και η συμμετοχή στη θεσμική διαδικασία των εκλογών, συνιστούν ουσιαστικά αναγνώριση και νομιμοποίηση του ίδιου του συστήματος που επικρίνεται. Πρόκειται όμως και για μια αντίφαση που αποτυπώνει τη δυναμική της πολιτικής διαδικασίας. Αυτό είναι παρήγορο.
Τελικά, οι αντισυστημικοί υποψήφιοι δεν βρίσκονται εκτός της πολιτικής διαδικασίας. Είναι προϊόν της. Το γεγονός ότι επιλέγουν να το πράξουν μέσω εκλογών και όχι εκτός θεσμών, ενισχύει και δεν αποδυναμώνει τη δημοκρατική λειτουργία.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, η συμμετοχή ρεκόρ δεν πρέπει να ιδωθεί με καχυποψία, αλλά ως θετική εξέλιξη. Η μαζική συμμετοχή αποτελεί το οξυγόνο της δημοκρατίας. Είναι ένδειξη ότι παρά την απογοήτευση και την κριτική, η κοινωνία δεν αποσύρεται, αλλά συνεχίζει να διεκδικεί ρόλο και λόγο. Η ενασχόληση με τα κοινά δεν περιορίζεται στην ψήφο και επεκτείνεται και στη διεκδίκηση της ψήφου.
Ωστόσο η αυξημένη συμμετοχή συνεπάγεται και αυξημένες ευθύνες.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η εκλογή. Εχει σημασία και τι θα ακολουθήσει μετά. Εδώ, την ώρα της κάλπης, η ευθύνη περνά στους ψηφοφόρους.
Την επόμενη μέρα, όσοι εκλεγούν καλούνται να αποδείξουν ότι μπορούν να μετατρέψουν τη ρητορική σε πράξη, τη διαμαρτυρία σε συγκεκριμένη πολιτική πρόταση και τη διαφορετικότητα σε δημιουργική συνύπαρξη. Ένα πολυκερματισμένο κοινοβούλιο δεν είναι από μόνο του πρόβλημα. Γίνεται όμως όταν αδυνατεί να παράγει ουσιαστικά αποτελέσματα.
Σε κάθε περίπτωση, οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι οφείλουν να συνεργαστούν, να συνθέσουν και να νομοθετήσουν με στόχο την επίλυση των προβλημάτων των πολιτών. Η δημοκρατία δεν περιορίζεται στην έκφραση. Απαιτεί αποτελεσματικότητα και υπευθυνότητα. Η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν είναι λέσχη φιλοσοφικών αναζήτησεων και συζήτησεων. Λύνει προβλήματα και διατηρεί τη νομοθετική πρωτοβουλία.
Και ο Κύπριος ψηφοφόρος θα πρέπει να έχει υπόψη του και αυτή τη διάσταση όταν κάνει τις επιλογές του.







