Στην ψυχολογία των κακοποιητικών σχέσεων, στις πλείστες των περιπτώσεων το θύμα επιστρέφει. Και το ερώτημα είναι το εξής: γιατί παραμένει σε μια κατάσταση που το πληγώνει; Γιατί, ενώ αναγνωρίζει τον πόνο, συνεχίζει να επενδύει στον ίδιο άνθρωπο που τον προκαλεί; Η απάντηση δεν βρίσκεται στην αδυναμία του θύματος αλλά στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ψυχολογίας. Η συνεχής έκθεση στην απογοήτευση, η εναλλαγή ελπίδας και ματαίωσης, η σταδιακή μείωση των προσδοκιών και η πεποίθηση ότι «δεν υπάρχει καλύτερη εναλλακτική» δημιουργούν μια κατάσταση που στην ψυχολογία περιγράφεται ως μαθημένη αβοηθησία. Κάτι ανάλογο μοιάζει να συμβαίνει και στην Κύπρο.
Σε πολλά σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη, οι πολίτες θεωρούν δεδομένα όσα στην Κύπρο εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διεκδίκησης. Αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες. Αξιοκρατία. Διαφάνεια. Λογοδοσία. Σύγχρονα συστήματα υγείας και παιδείας. Ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός. Κοινωνική πολιτική που λειτουργεί. Στην Κύπρο, όμως, οι πολίτες συχνά πανηγυρίζουν για τα στοιχειώδη. Για το αυτονόητο. Για εκείνα που σε άλλες χώρες θεωρούνται μέρος της καθημερινής υποχρέωσης του κράτους προς τον πολίτη. Ίσως το πιο ανησυχητικό δεν είναι η χαμηλή ποιότητα της διακυβέρνησης. Είναι η χαμηλή ποιότητα των προσδοκιών του καθενός από εμάς. Και ίσως, αυτό εξηγεί και την ποιότητα των βουλευτών που εξέλεξε ο κόσμος μέσα από τα νέα ή και μέσα από τα υφιστάμενα κομματικά σχήματα.
Προσαρμογή
Όπως το θύμα μιας κακοποιητικής σχέσης προσαρμόζει σταδιακά τα όνειρα και τις απαιτήσεις του για να αντέξει τη σχέση, έτσι και οι πολίτες ενός κράτους μπορεί να προσαρμόσουν τις απαιτήσεις τους ώστε να συμβιβαστούν με τη δυσλειτουργία. Από το «θέλουμε ένα καλύτερο κράτος» καταλήγουν στο «ας γίνει έστω κάτι». Από το «θέλουμε λύση του Κυπριακού» καταλήγουν στο «ας μην έχουμε χειρότερα». Από το «θέλουμε διαφάνεια» καταλήγουν στο «όλοι ίδιοι είναι». Και με αυτό τον τρόπο σκέψης καταλήγουμε σε εκλογές που αντί να τιμωρούνται όσοι διαχειρίστηκαν την εξουσία και οδήγησαν τη χώρα στα σημερινά αδιέξοδα συχνά επιβραβεύονται. Οι πολίτες επιστρέφουν, ξανά και ξανά, στους ίδιους πολιτικούς χώρους, στα ίδια κόμματα, στις ίδιες νοοτροπίες. Όχι απαραίτητα επειδή τους εμπιστεύονται. Αλλά επειδή φοβούνται το άγνωστο. Ακριβώς όπως σε μια κακοποιητική σχέση, η οικειότητα της απογοήτευσης μοιάζει ασφαλέστερη από την αβεβαιότητα της αλλαγής. Η φράση «τουλάχιστον ξέρουμε τι είναι» ακούγεται συχνά τόσο στις προσωπικές σχέσεις όσο και στην πολιτική.
Αυτή η εναλλαγή υποσχέσεων και διαψεύσεων λειτουργεί σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί ο κύκλος της κακοποίησης. Έρχονται οι εκλογές. Δίνονται νέες υποσχέσεις. Καλλιεργείται η ελπίδα. Ακολουθεί η απογοήτευση. Η αγανάκτηση. Και ύστερα, λίγο πριν από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, η υπόσχεση της αλλαγής επιστρέφει ξανά. Και ο κύκλος επαναλαμβάνεται. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Είναι βαθιά ψυχολογικό και πολιτισμικό. Μια κοινωνία που για δεκαετίες εκπαιδεύεται να περιμένει λίγα τελικά αρχίζει να πιστεύει ότι αξίζει λίγα. Μια κοινωνία που συνηθίζει την αναξιοκρατία παύει να απαιτεί αξιοκρατία. Μια κοινωνία που ζει επί μισό αιώνα με την κατοχή κινδυνεύει να θεωρήσει τη μη λύση φυσιολογική κατάσταση. Και τους πολίτες, αντί να εξοργίζονται, να συμβιβάζονται.
Αν ειλικρινά θέλουμε πραγματική αλλαγή, οφείλουμε πρώτα να πάψουμε να θεωρούμε φυσιολογικό αυτό που μας πληγώνει. Χρειάζεται να σταματήσουμε να επιστρέφουμε, πολιτικά, σε εκείνους που μας απογοήτευσαν αφού πρώτα αρχίσουμε να πιστεύουμε, βέβαια, ότι αξίζουμε κάτι καλύτερο. Όπως ακριβώς συμβαίνει και με το θύμα μιας κακοποιητικής σχέσης. Η απελευθέρωση ξεκινά τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι το πρόβλημα δεν είναι ότι ζητά πολλά. Είναι ότι για πολύ καιρό έμαθε να ζητά πολύ λίγα.
Στην ψυχολογία των κακοποιητικών σχέσεων υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που συχνά παραβλέπεται. Ο θύτης σχεδόν ποτέ δεν παρουσιάζεται ως θύτης. Αντίθετα, παρουσιάζεται σαν σωτήρας, προστάτης, θύμα των περιστάσεων ή ακόμη και σαν το πραγματικό θύμα της σχέσης. Ο θύτης χτίζει μια ιστορία μέσα στην οποία δεν είναι ποτέ ο υπεύθυνος. Για όλα φταίνε οι συνθήκες, οι άλλοι άνθρωποι, οι εχθροί, οι συγκυρίες, η κακή τύχη ή ακόμη και το ίδιο το θύμα.
Στις προσωπικές σχέσεις αυτό εκφράζεται με φράσεις όπως:
«Όλα αυτά τα κάνω επειδή σε αγαπώ.»
«Κοίτα πόσα έχω κάνει για σένα.»
«Κανείς δεν θα σε αγαπήσει όπως εγώ.»
Η κακοποίηση μεταμφιέζεται σε ενδιαφέρον. Ο έλεγχος σε προστασία. Η χειραγώγηση σε φροντίδα. Η εξάρτηση σε αγάπη. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει συχνά και στην πολιτική.
Οι πολιτικοί μηχανισμοί που για δεκαετίες παράγουν τα ίδια αδιέξοδα σπάνια αναλαμβάνουν την ευθύνη για αυτά. Αντίθετα, εμφανίζονται ως οι μόνοι που μπορούν να τα διαχειριστούν:
Παρουσιάζονται σαν οι πυροσβέστες των κρίσεων που οι ίδιοι συνέβαλαν να δημιουργηθούν.
Παρουσιάζονται σαν η ασφάλεια απέναντι σε κινδύνους που οι ίδιοι διατηρούν ζωντανούς.
Παρουσιάζονται σαν η λύση σε προβλήματα που αναπαράγονται μέσα από τις ίδιες πολιτικές κουλτούρες.
Ο μηχανισμός είναι εξαιρετικά γνώριμος στην ψυχολογία. Ονομάζεται εξάρτηση μέσω φόβου.
Ο θύτης δεν πείθει το θύμα ότι είναι ευτυχισμένο. Πείθει το θύμα ότι χωρίς αυτόν θα είναι δυστυχέστερο. Δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι καλός. Αρκεί να πείσει ότι όλοι οι άλλοι είναι χειρότεροι. Έτσι το θύμα παύει να συγκρίνει την πραγματικότητα με αυτό που δικαιούται και αρχίζει να τη συγκρίνει με τα σενάρια καταστροφής που του παρουσιάζονται. Αυτός είναι ίσως ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός ελέγχου. Όχι να πείσεις κάποιον ότι ευημερεί. Αλλά να τον πείσεις ότι δεν δικαιούται να περιμένει περισσότερα.
Στις κακοποιητικές σχέσεις, ο θύτης δεν χρειάζεται να πείσει το θύμα ότι όλα πάνε καλά. Αρκεί το θύμα να συνηθίσει στον πόνο ενός συγκεκριμένου μοτίβου. Με τον χρόνο, το αφύσικο γίνεται φυσιολογικό. Οι προσβολές γίνονται «ο χαρακτήρας του». Η ζήλια γίνεται «απόδειξη αγάπης». Ο έλεγχος γίνεται «ενδιαφέρον». Η βία γίνεται «μια κακή στιγμή».
Ακριβώς το ίδιο μπορεί να συμβεί και σε μια κοινωνία όπως την Κύπρο.
Η διαφθορά γίνεται «έτσι είναι η Κύπρος».
Το ρουσφέτι γίνεται «ρεαλισμός».
Η ατιμωρησία γίνεται «δεν αλλάζει τίποτε».
Η απουσία λύσης στο Κυπριακό γίνεται «η νέα κανονικότητα».
Η ανεπάρκεια του κράτους γίνεται «κυπριακή πραγματικότητα».
Και έτσι καταλήγουμε να κρίνουμε αυτό που έχουμε συνηθίσει και όχι το σύστημα με βάση αυτό που θα μπορούσε να είναι. Η κανονικοποίηση της αποτυχίας είναι ίσως η μεγαλύτερη νίκη κάθε κακοποιητικού μηχανισμού, είτε αφορά μια σχέση δύο ανθρώπων είτε τη σχέση μιας κοινωνίας με το πολιτικό της σύστημα.
Γιατί αυτό που έχει επιτευχθεί από τη μέρα της ανεξαρτησίας μας στην Κύπρο δεν είναι ότι μας επέβαλλαν τον φόβο αλλά ότι κατάφεραν να τον κάνουν να μοιάζει φυσιολογικός. Και η πραγματική απελευθέρωση δεν αρχίζει όταν ο θύτης αποδυναμώνεται. Αρχίζει όταν το θύμα παύει να θεωρεί φυσιολογικά όσα για χρόνια το πλήγωναν.
Το μεγάλο ποσοστό αποχής αλλά και οι ψήφοι ενός σύγχρονου κόμματος που δυστυχώς παρέμεινε έξω από τη Βουλή στο παρά πέντε είναι, αν θέλετε, για εμένα, το φως στο τούνελ. Ότι, δηλαδή, υπάρχουν εκεί έξω θύματα που αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι υποχρεωμένα να ευγνωμονούν εκείνους που τους προσφέρουν λιγότερα από όσα δικαιούνται.







