«Η Κύπρος ηγείται των χωρών της ΕΕ στην αύξηση των υπερπλουσίων»
World Inequality Database, Μάρτιος 2026
Ήταν… γραφτό να πρωτοστατήσουμε και στην άνιση κατανομή πλούτου. Κερδίσαμε ακόμα μια «διάκριση», για να αναβαθμίσουμε (αναβάθμιση να σου τύχει) την παγκόσμια εικόνα της Κύπρου. Είναι αναμφισβήτητο ότι τα τελευταία χρόνια έχει αναδυθεί μια νέα γενιά υπερπλουσίων, τουτέστιν άτομα με εξαιρετικά υψηλή καθαρή περιουσία (συνήθως πάνω από 25 εκατομμύρια ευρώ), των οποίων οι επιλογές και οι συνήθειες απασχολούν συχνά την οικονομική και κοινωνική επικαιρότητα. Σύμφωνα με τα στατιστικά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις τελευταίες δύο δεκαετίες το μερίδιο του πλούτου που κατέχει το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού της Κύπρου σχεδόν τριπλασιάστηκε, αυξάνοντας από 12,8% σε 33,3%, που συνιστά τη μεγαλύτερη αύξηση των υπερπλουσίων στην ΕΕ. Tο δε πλουσιότερο 10% των νοικοκυριών κατέχουν περίπου το 67% του συνολικού εθνικού πλούτου, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη ανισότητα πλούτου στην ΕΕ. Στατιστικά που προκαλούν στο μεν ευρύ κοινό ρίγη τρόμου, στους δε υπερπλουσίους ρίγη αγαλλίασης.
Λίγο-πολύ, όλοι γνωρίζουμε τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή την ανισότητα. Το Κυπριακό Επενδυτικό Πρόγραμμα («χρυσά διαβατήρια») απέφερε συνολικά έσοδα που εκτιμώνται στα 9,7 δισεκατομμύρια, τα οποία καρπώθηκαν κυρίως μερικές οικογένειες. Επιπλέον, η ραγδαία άνοδος των τιμών των ακινήτων ευνόησε επίσης τους υπερπλουσίους. Σημαντικός παράγοντας, επίσης, ήταν απομόχλευση μέσης και κατώτερης τάξης. Στα οικονομικά, η απομόχλευση αναφέρεται στη διαδικασία κατά την οποία ένα άτομο μειώνει το συνολικό του χρέος, συνήθως πουλώντας περιουσιακά στοιχεία ή περιορίζοντας τον δανεισμό του, για να βελτιώσει την οικονομική του κατάσταση. Μετά την οικονομική κρίση του 2013, τα νοικοκυριά μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος επικεντρώθηκαν στη μείωση των συσσωρευμένων χρεών. Σε αντίθεση, τα πλουσιότερα νοικοκυριά επωφελήθηκαν δυσανάλογα από την ανάκαμψη μετά την κρίση και την αύξηση της αξίας των ακινήτων.
Η απότομη αύξηση της ανισότητας του πλούτου μπορεί να επηρεάσει την αγορά εργασίας, την οικονομική δυνατότητα για κατοικία και την κοινωνική σταθερότητα. Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι, αν συνεχιστεί αυτή η τάση, οι τιμές των ακινήτων θα συνεχίσουν να αυξάνονται, καθιστώντας την κατοικία απρόσιτη για την πλειονότητα των ντόπιων. To πιο σημαντικό για την Κύπρο είναι ότι η ανισότητα πλούτου εκτρέφει τη διαφθορά. Η συγκέντρωση του πλούτου ενισχύει την πολιτική δύναμη μέσω της αυξημένης ικανότητας των πλούσιων ομάδων να διαφθείρουν τις πολιτικές διαδικασίες. Ορισμένοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι μπορεί να είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στο δέλεαρ των δωροδοκιών, εάν υπόκεινται σε αυξημένες οικονομικές πιέσεις, που υπάρχουν στην Κύπρο λόγω των οικονομικών ανισοτήτων. Επιπλέον, τα μέλη της κοινότητας που είναι εξαιρετικά πλούσια έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν δωροδοκίες σε μια κοινωνία με σχετικά μεγάλες οικονομικές ανισότητες.
Θα ήταν επομένως κοινωνικά δίκιο να σμικρυνθεί το χάσμα πλούτου. Και επειδή δεν μπορούμε να γίνουμε όλοι υπερπλούσιοι, καθότι το ΑΕΠ είναι περιορισμένο, ο μόνος τρόπος που απομένει είναι το άρμεγμα των υπερπλουσίων. Δυστυχώς, καμιά φορολογία δεν είναι τέλεια - όλες έχουν τα τρωτά τους. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί την παρούσα αδράνεια ή αναποφασιστικότητα της κυβέρνησης. Μια πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εισάγει την ιδέα ενός συντονισμένου φόρου περιουσίας, εμπνευσμένη από την πρόταση του οικονομολόγου Gabriel Zucman - ένας από τους κορυφαίους ειδικούς στον κόσμο για την παγκόσμια ανισότητα του πλούτου και τη φορολογία. Ένας τέτοιος φόρος θα στοχεύει σε άτομα με σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, ξεκινώντας από το ποσό των 100 εκατομμυρίων ευρώ, και θα μπορούσε να αποφέρει δισεκατομμύρια σε έσοδα. Στην Κύπρο, ένας φόρος περιουσίας 2% θα μπορούσε να αποφέρει έως και 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως και η κυβέρνηση θα πετύχανε μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: αφενός θα μείωνε το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών και αφετέρου θα αυξάνονταν τα κυβερνητικά έσοδα για τη χρηματοδότηση βασικών δημόσιων υπηρεσιών. Ομολογουμένως υπάρχει μια επιφύλαξη: Το οικονομικό μοντέλο της Κύπρου ως κόμβου της ΕΕ και του ΟΟΣΑ βασίζεται στην προσέλκυση ατόμων με υψηλό εισόδημα, επιχειρηματιών και ξένων κεφαλαίων, προσφέροντας ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό φορολογικό περιβάλλον (όπως το καθεστώς μη κατοίκου και φορολογικό συντελεστή εταιρειών στο 15%). Η επιβολή φόρου περιουσίας θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο αυτές τις επενδύσεις και να προκαλέσει φυγή κεφαλαίων,, με δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία.
Εναλλακτικά, η Κύπρος θα μπορούσε να επαναφέρει το φόρο κληρονομιάς που έπαυσε να ισχύει το 2000. Αυτός ο φόρος καταβάλλεται από ένα άτομο όταν λαμβάνει χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία από την περιουσία ενός ατόμου που έχει πεθάνει. Σε αντίθεση με τον φόρο περιουσίας (ο οποίος καταβάλλεται από την περιουσία πριν διανεμηθούν τα περιουσιακά στοιχεία), ο φόρος κληρονομιάς είναι άμεση υποχρέωση του δικαιούχου. Κατά κανόνα, η κύρια κατοικία εξαιρείται από τη φορολογία ενώ ο φόρος επιβάλλεται μόνο στο ποσό της κληρονομιάς που υπερβαίνει αυτό το συγκεκριμένο όριο, π.χ. 500.000 ευρώ στη Γερμανία, όπου ο φόρος είναι προοδευτικός. Ένας τέτοιος φόρος θα οδηγούσε στον καταμερισμό των τεράστιων διαγενεακών περιουσιών, θα περιόριζε τη δημιουργία μονοπωλίων και την εδραίωση δυναστικών πλουτοκρατιών. Αλλά, όπως και στην περίπτωση του φόρου περιουσίας, οι υπερπλούσιοι ενδέχεται να μεταφέρουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ή να μετακομίσουν σε χώρες με πιο ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα, προκειμένου να προστατεύσουν την περιουσία τους. Όπως έχω αναφέρει, η Κύπρος βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις άμεσες ξένες επενδύσεις. Οι εισροές συχνά υπερβαίνουν το ποσό των δισεκατομμυρίων ετησίως και στοχεύουν σε τομείς όπως η τεχνολογία, τα ακίνητα, η ενέργεια και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, καθιστώντας τις ζωτικής σημασίας για τη στρατηγική διαφοροποίησης και ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας.
Εν περιλήψει, δεν συνάδει με την κοινωνική δικαιοσύνη η υπερβολική άνιση κατανομή πλούτου. Κρίνεται σκόπιμη η επιβολή είτε φόρου περιουσίας είτε φόρου κληρονομιάς, με συντελεστές τέτοιου εύρους που να ελαχιστοποιούν τις όποιες δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.
*Οικονομολόγος, κοινωνικός επιστήμονας







