Η κυβέρνηση πανηγυρίζει. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι η κυπριακή οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, η ανεργία παραμένει χαμηλή και τα δημόσια οικονομικά εμφανίζονται ισχυρά. Οι δείκτες είναι πράγματι θετικοί. Τα πλεονάσματα διατηρούνται. Το δημόσιο χρέος μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ. Οι οίκοι αξιολόγησης είναι ικανοποιημένοι. Το ερώτημα όμως παραμένει αμείλικτο, ποιος ωφελείται από αυτή την ευημερία; Διότι στην ίδια έκθεση η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την περιορισμένη αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους, για την αδυναμία αντιμετώπισης της φτώχειας, για την έλλειψη μακροχρόνιας φροντίδας, για την κρίση προσιτής στέγης, για την ενεργειακή φτώχεια και για τις κοινωνικές ανισότητες που εξακολουθούν να διευρύνονται. Με απλά λόγια, η Ευρώπη μάς λέει ότι οι αριθμοί ευημερούν, αλλά οι άνθρωποι όχι απαραίτητα. Κι εδώ αρχίζει η μεγάλη αντίφαση της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη.
Από το 2023 μέχρι σήμερα το κράτος έχει προχωρήσει σε μια σειρά μισθολογικών ρυθμίσεων, αυξήσεων, επαναφορών ωφελημάτων, ΑΤΑ, προσαυξήσεων και φορολογικών διευκολύνσεων που έχουν αυξήσει σημαντικά το κόστος του κρατικού μισθολογίου. Σύμφωνα με δημόσιες καταγραφές, μόνο οι αποφάσεις του 2026 συνεπάγονται δημοσιονομικές επιβαρύνσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι συνολικές αυξήσεις και ωφελήματα που παραχωρήθηκαν από το 2023 μέχρι σήμερα ξεπερνούν κατά πολύ το ένα δισεκατομμύριο ευρώ σε σωρευτική βάση. Την ίδια ώρα, η συζήτηση για ουσιαστική αύξηση των χαμηλών συντάξεων παραμένει στάσιμη. Χιλιάδες συνταξιούχοι συνεχίζουν να ζουν με εισοδήματα που εξανεμίζονται πριν τελειώσει ο μήνας. Η ακρίβεια στα τρόφιμα, στο ηλεκτρικό ρεύμα, στα ενοίκια και στα καύσιμα πλήττει δυσανάλογα τους ηλικιωμένους. Για αυτούς, τα πλεονάσματα δεν μεταφράζονται σε καλύτερη ζωή. Πώς εξηγείται ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος για συνεχείς αυξήσεις στο κρατικό μισθολόγιο αλλά όχι για μια γενναία ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων; Πώς εξηγείται ότι το κράτος μπορεί να απορροφά το αυξανόμενο κόστος της πλήρους επαναφοράς της ΑΤΑ, αλλά δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την ενεργειακή φτώχεια που η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταγράφει; Ακόμη πιο προκλητική είναι η διατήρηση ενός συστήματος πολλαπλών συντάξεων για ορισμένους αξιωματούχους και κρατικούς λειτουργούς. Ενώ οι περισσότεροι πολίτες παλεύουν να εξασφαλίσουν μία αξιοπρεπή σύνταξη, εξακολουθούν να υπάρχουν πρόσωπα που λαμβάνουν περισσότερες από μία συνταξιοδοτικές παροχές από το δημόσιο ταμείο. Νομικά μπορεί να είναι επιτρεπτό. Πολιτικά και ηθικά όμως παραμένει δύσκολο να δικαιολογηθεί. Το πρόβλημα δεν είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι. Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει έναν εργαζόμενο επειδή λαμβάνει αυξήσεις που προκύπτουν από συλλογικές συμφωνίες και θεσμοθετημένες διαδικασίες. Το πρόβλημα είναι οι πολιτικές προτεραιότητες. Μια κυβέρνηση αποκαλύπτει τις πραγματικές της προτεραιότητες όχι από όσα λέει αλλά από το πού κατευθύνει τους διαθέσιμους πόρους. Σήμερα η Κύπρος διαθέτει μια οικονομία που παράγει πλεονάσματα, αλλά ένα κοινωνικό κράτος που εξακολουθεί να εμφανίζει σοβαρές αδυναμίες. Διαθέτει δημοσιονομική ευρωστία, αλλά όχι αντίστοιχη κοινωνική δικαιοσύνη. Διαθέτει χρήματα για μισθολογικές επεκτάσεις, αλλά όχι την ίδια αποφασιστικότητα για την καταπολέμηση της φτώχειας, τη στήριξη των συνταξιούχων ή την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο της σημερινής Κύπρου. Δεν μας λείπουν οι πόροι. Μας λείπει η πολιτική επιλογή για το πού πρέπει να κατευθυνθούν. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η επιτυχία μιας οικονομίας δεν μετριέται από τα πλεονάσματα του κράτους αλλά από το κατά πόσο οι πολίτες της μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια.
*Μέλους Κινήματος Οικολόγων







