Το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, παρά την ήττα του Ναπολέοντα, ήταν περίοδος μεγάλων αναστατώσεων, κινημάτων και επαναστάσεων στην Ευρώπη. Η μόνη χώρα που έμεινε σχεδόν αλώβητη ήταν η Βρετανία. Η οποία συνέχισε «ατάραχη» μέχρι και τον 20ό αιώνα.
Αυτό χαρακτηρίζεται από τους ιστορικούς ως «βρετανικό παράδοξο», αφού η χώρα, ως πρωτοπόρος της βιομηχανικής επανάστασης, είχε πολλούς εξαθλιωμένους και πεινασμένους εργάτες, πολύ υψηλή θνησιμότητα λόγω βαριάς παιδικής εργασίας κ.λπ.
Για πολλούς ιστορικούς οι αιτίες για αυτό το «παράδοξο» ήταν κυρίως οι εξής:
1. Η χώρα αυτή είχε αρχίσει από νωρίς τις κινητοποιήσεις για κατοχύρωση ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, από τον 13ο αιώνα. Και συνέχιζε σε μια ρότα διαρκών βελτιώσεων των θεσμών της, με αποκορύφωμα τα μέσα του 17ου αιώνα. Όταν ξεκινούσε η Γαλλική Επανάσταση τα περισσότερα αιτήματά της στη Βρετανία εφαρμόζονταν ήδη από έναν αιώνα πριν.
2. Οι διαρκείς βελτιώσεις έγιναν κουλτούρα. Κι ενώ κατά κανόνα οι συντηρητικοί επικρατούσαν εντός και εκτός Κοινοβουλίου, η νοοτροπία του «να μην αλλάξει τίποτε» ήταν άγνωστη για αυτούς. Την ίδια κουλτούρα αλλαγών είχαν ακόμη και πολλοί βασιλιάδες τους.
3. Αυτό που λέμε σήμερα «έλεγχοι και εξισορροπήσεις» (Checks and Balances) ήταν εμπεδωμένο κομμάτι του ίδιου του συστήματος. Επίσης, υπήρχαν πολλοί και ισχυροί κοινωνικοί θεσμοί, μέσα από τους οποίους οι προοδευτικοί (ακόμη και οι ριζοσπάστες «Χαρτιστές») μπορούσαν όχι μόνο να εκφράζονται αλλά κατά κάποιον τρόπο να μετέχουν της διακυβέρνησης. Τα εργατικά συνδικάτα, οι επαγγελματικές ενώσεις, τα κοινοτικά συμβούλια κ.λπ. είχαν μεγάλη ισχύ. Έτσι, ακόμη και η πλήρης διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου φάνταζε επουσιώδης! Κυβέρνηση και Βουλή των Κοινών λάμβαναν πολύ σοβαρά υπόψη τις εισηγήσεις αυτών των κοινωνικών θεσμών.
Στο σήμερα
Κάθε παραλληλισμός ιστορικών γεγονότων με το σήμερα είναι γεμάτος παγίδες αυθαιρεσίας. Η δε σύγκριση μιας μεγάλης αποικιοκρατικής δύναμης του χθες με την Κύπρο του σήμερα είναι σχεδόν βλακώδης.
Μερικές φορές, όμως, η κοινωνική και πολιτική μηχανική του παρελθόντος μπορεί να δώσει ενδείξεις για το πώς πιθανόν να λειτουργούν –ή να μην λειτουργούν– τα πράγματα σήμερα. Μπορεί, για παράδειγμα, σήμερα η κοινωνική δυσαρέσκεια να μην παράγει επαναστατικά κινήματα αλλά να εκφράζεται με απαξίωση των θεσμών, πολιτικό αναχωρητισμό, αποχή από εκλογικές διαδικασίες κ.λπ. Αυτό δεν σημαίνει ότι στη γενική δυναμική τους τα αίτια της δυσαρέσκειας του τότε και του τώρα είναι εντελώς άσχετα μεταξύ τους.
Σήμερα στην Κύπρο, για να έχει νόημα, π.χ., η ανακοίνωση της Αρχής κατά της Διαφθοράς, είναι απαραίτητα κάποια βήματα. Διαφορετικά, αφού διοριστούν ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές και πιάσουν δουλειά, το πολύ δεκαπέντε μέρες μετά το μόνο που θα έχει μείνει στην κοινωνία θα είναι η δυσπιστία στους θεσμούς. Έτσι, τα πράγματα μπορεί να γίνουν χειρότερα απ’ ό,τι ήταν πριν την ανακοίνωση της Αρχής.
Εκτός εάν
Εκτός αν ικανοποιηθούν κάποιες προϋποθέσεις:
• Εφόσον διαπιστώνεται ότι το σύστημα δεν λειτουργεί, έχει πολλά κενά ελέγχου και πολλή συγκέντρωση εξουσιών στα χέρια θεσμικών προσώπων, πρέπει να υπάρξει άμεση και έντονη κινητικότητα νομοθετικών ρυθμίσεων. Αυτό είναι ονομαστική ευθύνη του Προέδρου, της κυβέρνησης, της Βουλής και των κομμάτων. Πρέπει όλοι αυτοί να κατανοήσουν ότι οι όροι έχουν αλλάξει πια περιεχόμενο. Για παράδειγμα, η απλή διαχείριση της καθημερινότητας από τον Πρόεδρο και την κυβέρνηση ή η απλή επίκληση από κάποια κόμματα της «σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στους θεσμούς» σήμερα δεν σημαίνουν σταθερότητα αλλά οπισθοδρόμηση και διάλυση. Ισοδυναμούν πλέον με πεισματική άρνηση βελτιώσεων.
• Πριν από δέκα χρόνια, το «αυτό δεν το επιτρέπει το σύνταγμα» σήμαινε λήξη της όποιας συζήτησης. Σήμερα, αν, π.χ., ο διαχωρισμός αρμοδιοτήτων του Γενικού Εισαγγελέα ή ο εφοδιασμός της Αρχής κατά της Διαφθοράς με ανακριτικές αρμοδιότητες προσκρούουν στο σύνταγμα (και μάλιστα σε μη θεμελιώδη άρθρα του), τότε το σύνταγμα θα πρέπει να τροποποιηθεί. Αν δεν γίνει αυτό, τότε τα κόμματα που θα το έχουν εμποδίσει θα έχουν πλήρη και ονομαστική ευθύνη.
• Οι κινήσεις «κορυφής» είναι απαραίτητες και πρωταρχικής σημασίας. Όμως δεν αρκούν. Η δυνατότητα ψηφοφορίας κάθε πέντε χρόνια δεν είναι από μόνη της ουσιαστική δημοκρατία πλέον. Επείγει η αμεσότερη επανασύνδεση της κοινωνίας με τη διοίκηση της χώρας. Το πώς: (α) Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει ένα πολύ συγκροτημένο, σοβαρό και υπεύθυνο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα, από την ίδρυσή της. Από την οικονομική κρίση και μετά ο λόγος και ο ρόλος του στη λήψη αποφάσεων της διοίκησης έχουν συμπιεστεί. Η κρίση πέρασε, ο ρόλος και ο λόγος του πρέπει να ανακτήσουν τη βαρύτητά τους στις αποφάσεις του κράτους. Αν αυτό δεν γίνει, οι ψήφοι των μελών των διοικητικών συμβουλίων της ΟΕΒ και του ΚΕΒΕ σύντομα θα αποδειχτεί ότι δεν βγάζουν Πρόεδρο της Δημοκρατίας. (β) Τα τελευταία χρόνια, κάποιες Επιτροπές της Βουλής καθιέρωσαν έναν πολύ γόνιμο θεσμό, αυτόν της διαμόρφωσης προτάσεων νόμου μετά από συνεδρίες με τη συμμετοχή οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Αυτή η πρακτική θα πρέπει να ενισχυθεί και να επεκταθεί σε όλες τις Επιτροπές· ενώ οι κρατικές δομές και τα υπουργεία θα πρέπει να κατοχυρώσουν θεσμικά (και όχι περιστασιακά) παρόμοιες πρακτικές.
• Το έχουμε ξαναπεί: Από ένα σημείο και μετά, οι ποσοτικές διαφορές γίνονται ποιοτικές. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι στις Βουλευτικές του 2021 ένα 14% των ψηφισάντων έμεινε χωρίς εκπροσώπηση στη Βουλή ήταν σημαντικό αλλά θεωρήθηκε περιστασιακό. Το γεγονός ότι στις Βουλευτικές του 2026 αυτό το ποσοστό ανέβηκε στο 17% καθιστά το φαινόμενο (α) μόνιμο και όχι περιστασιακό, (β) δυναμικό και μονίμως αποξενωτικό για ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Και μιλάμε κατά κύριο λόγο για συνειδητοποιημένους πολίτες, που αρνούνται να απέχουν και επιλέγουν αυτό που πιστεύουν, πέραν της λογικής της «χαμένης ψήφου». Το αίσθημα της συμμετοχικής επανένταξής τους μπορεί να αποκατασταθεί μόνο με την επάνοδο του εκλογικού μέτρου στο 1,8%.
Υποχρεωτικά!
Τα πιο πάνω δεν έχουν εθελοντικό χαρακτήρα. Είναι τα ελάχιστα που θα πρέπει να κάνει το πολιτικό σύστημα για να επιβιώσει, μετά την τελευταία ευκαιρία που του δόθηκε τον περασμένο μήνα.
Μαζί με αυτά είναι απαραίτητη και η ποιοτική αλλαγή στον πολιτικό λόγο. Η ξύλινη γλώσσα, οι γενικολογίες του τύπου «στηρίζουμε τους θεσμούς» αλλά και η απουσία κουλτούρας ειλικρινούς αυτοκριτικής, συνοδευόμενη από συμψηφιστικές λογικές («ναι, αλλά εσείς τι κάνατε με το Μαρί;»),
Αν όχι, τότε το αίσθημα ουσιώδους αποκοπής της κοινωνίας από τη διοίκηση της χώρας θα έχει απρόσμενες παρενέργειες. Από Προέδρους μιας θητείας, μέχρι υποψηφίους που θα εξασφαλίζουν πολύ χαμηλότερα από το αναμενόμενο ποσοστά.
Το καλάθι
με τους χαμένους (1): Είναι προφανές ότι από το πόρισμα της Αρχής χαμένος ως πρόσωπο είναι κυρίως ο Ν. Αναστασιάδης. Αλλά και ο ΔΗΣΥ συνολικά, για δύο λόγους: (α) Με εκπληκτική μονολιθικότητα σταλινικού τύπου, τόσα χρόνια δεν βγήκε ένα στέλεχος του κόμματος, έστω κατώτερο, να αποστασιοποιηθεί δημόσια από τα έργα και τις ημέρες του Ν. Αναστασιάδη, που όλοι ήξεραν –με εξαίρεση, σε κάποιο βαθμό, μόνο ο Σωκράτης Χάσικος. (β) Ακόμη και τώρα, ως αντίδραση στο πόρισμα, παπαγαλίζουν όλοι το ίδιο γενικόλογο ποίημα περί τεκμηρίου αθωότητας. Μιλάμε πλέον για παθολογική πολιτική εξάρτηση. Θεός φυλάξοι να μην δούμε μεθαύριο δίπλα του στο πάνελ της δημοσιογραφικής διάσκεψης και κάποια στελέχη… • … με τους χαμένους (2): Στους χαμένους από το πόρισμα συγκαταλέγεται και η Αστυνομία αλλά η αξιοπιστία της στην κοινή γνώμη ήταν ήδη χαμηλή. Αντίθετα, μεγάλο είναι το πλήγμα για τον θεσμό της Δικαστικής Εξουσίας. Είχαμε ένα πρώτο ισχυρό κτύπημα με την υπόθεση «Σάντη». Το οποίο όμως σκεπάστηκε κάτω από το πόρισμα της Αστυνομίας ότι «τα μηνύματα είναι πλαστά». Τώρα, η συμπερίληψη πρώην δικαστή στον κατάλογο των ατόμων που θεωρεί η Αρχή ότι ενδέχεται να διέπραξαν αξιόποινες πράξεις είναι ακόμη πιο ισχυρό πλήγμα. • …με τους χαμένους (3): Εκ πρώτης όψεως, ο Ν. Χριστοδουλίδης δεν πλήττεται από την ανακοίνωση για το πόρισμα. Όμως, τρεις παράγοντες λειτουργούν αναδρομικά: (α) Οι στενές του σχέσεις με τον Ν. Αναστασιάδη και το καθεστώς που δημιούργησαν μαζί. (β) Η υποψία ότι στο πόρισμα των 3.000 σελίδων είναι μάλλον απίθανο να μην έχει αναφερθεί κάπου το όνομά του, έστω σε κάποια κατάθεση. (γ) Η ποιοτική αλλαγή στη βαρύτητα των πορισμάτων. Επί Ν. Αναστασιάδη, αλλά και επί Ν. Χριστοδουλίδη, χώθηκαν στα συρτάρια της Γενικής Εισαγγελίας πολλά πορίσματα ερευνών για σκάνδαλα, γεγονός όμως που επεσήμαιναν μόνο οι «επίμονοι κηπουροί». Τώρα, όσο κι αν το πόρισμα για το βιντεογκέιτ σπρώχθηκε μέσα στο κατακαλόκαιρο, δεν θα περάσει απαρατήρητη η έκδοσή του. Ακόμη κι αν θα ρίχνει στα μαλακά τον Πρόεδρο.







