Πέθανε η Σεβγκιούλ Ουλούνταγ. Μείνατε ορφανοί, αγνοούμενοι. Εσείς που εδώ και χρόνια περιμένετε να σας βρουν στα βαθιά πηγάδια κάτω από το χώμα. Με το στήθος σας διάτρητο από σφαίρες. Με σφαίρες στο κρανίο σας. Πώς πρασινίζει ξαφνικά το χώμα την άνοιξη! Πυκνές μολόχες. Μαργαρίτες. Λαψάνες. Κοιτάζοντάς τες με θαυμασμό σκεφτόμουν αυτά που μου έλεγε η μητέρα μου. «Πρέπει να υπάρχουν νεκροί κάτω από το χώμα. Σε εκείνα τα μέρη πάντα έτσι μεγαλώνουν οι μολόχες». Η μητέρα μου δεν ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Από πού να ήξερε;
Πέθανε η Σεβγκιούλ Ουλούνταγ. Χάσατε τον πιο αφοσιωμένο, τον πιο πολύτιμο φίλο σας, αγνοούμενοι. Ποιος θα υποδεικνύει τώρα πού βρίσκεστε; Ποιος θα σας νοιάζεται; Είστε αγνοούμενοι. Ξέρετε καλύτερα από όλους μας τι σημαίνει η απώλεια. Πόσο πολύ θα ήθελα να ακούσω τις ιστορίες σας! Δεν μου αρκεί να βρω τα λείψανά σας. Ποιου έργο είναι αυτές οι τρύπες από σφαίρες; Θέλω να το ξέρω και αυτό. Πώς σας έπιασαν; Πώς σας μετέφεραν; Πώς σας έστησαν στον τοίχο; Θέλω να ξέρω. Εσύ θα περιέγραφες αυτά. Τώρα ποιος θα τα διηγείται;
Πέθανε η Σεβγκιούλ Ουλούνταγ. Πέθανε και ο Ξενοφών Καλλής. Χάσατε τους μεγαλύτερους φίλους σας τον έναν μετά τον άλλο, αγνοούμενοι. Ούτε ο Καλλής ξεχνιέται. Ούτε η Σεβγκιούλ. Η είδηση του θανάτου έρχεται ξαφνικά καθώς βραδιάζει. Στο τραπέζι οι εφημερίδες με τους μπαγιάτικους τίτλους, οι οποίοι δεν αλλάζουν εδώ και αιώνες. Τα δέντρα ετοιμάζονται για μια καλοκαιρινή νύκτα. Αν έβγαινα στον δρόμο. Αν περπατούσα στη Λήδρας. Πάντα σε έβρισκα στο ίδιο μέρος. Τα καλοκαιρινά βράδια είναι δροσερά. Δεν θα μπορέσω να σε συναντήσω ποτέ ξανά; Δεν θα μπορέσουμε ποτέ πια να ρωτήσουμε ο ένας τον άλλον «πώς είσαι;» Ουφ… Τι σκέψη που μαυρίζει την ψυχή είναι αυτή; Κανείς να μην μου πει τώρα «όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα». Τι άσχημη παρηγοριά! Δεν μπορώ να υποτιμήσω κανέναν θάνατο. Μήπως δεν το ξέρω και εγώ πως θα πεθάνουμε όλοι μια μέρα; Ουσιαστικά ζούμε μια ζωή που πάντα μένει λειψή. Είχες πολλά ακόμα να γράψεις, έτσι δεν είναι; Πες στον Καλλή. Ακόμα δεν μπορέσαμε να βρούμε όλους τους αγνοούμενους που ψάχνατε. Δεν έφτασε μια ζωή να τους βρούμε. Να ήξερες πως κάποτε λέω να πέθαινα…
Πέθανε η Σεβγκιούλ Ουλούνταγ. Θαρραλέα. Γενναία. Ό,τι θέλετε πείτε την. Αγγίξατε καθόλου τα δάκρυά της κατά τη διάρκεια εκείνων των ανασκαφών; Μπήγονται στην καρδιά της σαν δόρυ τα οστά που βγαίνουν από το χώμα κάτω από τις πυκνές μολόχες. Τα οστά είναι ο πρώτος μάρτυρας αυτών των εγκλημάτων. Δεν μπορούν να μιλήσουν. Δεν μπορούν να πουν. Δεν μπορούν να αποκαλύψουν τους δολοφόνους τους. Πολύ μικρά φέρετρα. Σαν να είναι φέρετρα παιδιών. Πόσο πιο πολύ νόημα έχουν από έναν βετεράνο με παράσημα στο στήθος! Ιδού, μας διηγούνται πάλι μια θλιβερή ιστορία. Το χωριό Βώνη. 27 νεκροί. Και αυτούς εσύ τους έψαξες και τους βρήκες, έτσι δεν είναι; Αλλά αυτό είναι πολύ πιο τραγικό. Τους συνέλαβαν οι ντόπιοι, λέει. Τους παρέδωσαν στον στρατό. Ύστερα τους έγραψαν στον κατάλογο των αγνοουμένων. Και πόσο αθώοι ήταν! Διέφυγαν προς τον βορρά για να γλυτώσουν από τους συμμορίτες πραξικοπηματίες στον νότο. Τους βρήκε ο θάνατος στον βορρά.
Πέθανε η Σεβγκιούλ Ουλούνταγ. Όσο και αν προσεύχομαι λέγοντας ότι κάποιοι άνθρωποι δεν πρέπει να πεθαίνουν ποτέ, πεθαίνουν. Εκείνη την ημέρα φυσάει διαφορετικά ο αέρας. Βραδιάζει διαφορετικά. Θέλω να μείνω μόνος μου. Δεν απαντώ το τηλέφωνο για να μην μεσολαβήσει κανείς. Τι παράξενο που είναι να ζει κανείς σκεπτόμενος πως εσύ δεν υπάρχεις πλέον! Ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω…







