ΜΕΡΟΣ ΙΙ
Η Ιστορία δεν τιμωρεί μόνο τα λάθη του παρελθόντος. Τιμωρεί και την αδράνεια του παρόντος.
Αν το πρώτο μεγάλο μάθημα της Κύπρου ήταν ότι η άγνοια πληρώνεται, το δεύτερο είναι ότι η ευκολία κοστίζει. Κοστίζει αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα στην αρχή. Ύστερα όμως το κόστος συσσωρεύεται μέχρι που γίνεται εθνικό βάρος.
Η Κυπριακή Δημοκρατία συμπληρώνει περισσότερο από μισό αιώνα ζωής μετά την τραγωδία του 1974. Στο διάστημα αυτό γνώρισε περιόδους ανάπτυξης, ευημερίας και διεθνούς αναγνώρισης. Εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανέπτυξε θεσμούς. Δημιούργησε υποδομές. Όμως παράλληλα αναπτύχθηκε μια άλλη, λιγότερο ορατή πραγματικότητα. Η συνήθεια της αναβολής.
Η αναβολή μετατράπηκε σε πολιτική μέθοδο. Τα δύσκολα προβλήματα μεταφέρονταν στο μέλλον. Οι δύσκολες αποφάσεις παραπέμπονταν σε επόμενες κυβερνήσεις. Οι μεταρρυθμίσεις εξαγγέλλονταν περισσότερο από όσο εφαρμόζονταν. Και η κοινωνία συνήθισε να ζει με την εντύπωση ότι ο χρόνος λύνει μόνος του τα προβλήματα. Δεν τα λύνει. Απλώς τα μεγαλώνει.
Το Κυπριακό αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Για δεκαετίες η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από συνθήματα, φόβους και «κόκκινες γραμμές». Κάθε πλευρά κατασκευάζει τις δικές της βεβαιότητες. Κάθε πολιτικός αναζητεί την ασφάλεια της δημοφιλούς θέσης. Και κάθε αποτυχία παρουσιάζεται ως επιβεβαίωση των προηγούμενων φόβων.
Έτσι όμως η πολιτική παύει να είναι τέχνη επίλυσης προβλημάτων και μετατρέπεται σε τέχνη διαχείρισης αδιεξόδων. Οι κοινωνίες χρειάζονται αρχές. Χρειάζονται και όρια. Όταν όμως οι κόκκινες γραμμές γίνονται περισσότερες από τις γέφυρες, τότε παύουν να προστατεύουν το μέλλον και αρχίζουν να το φυλακίζουν.
Η πολιτική της ευκολίας δεν εμφανίζεται μόνο στο Κυπριακό. Εμφανίζεται όταν οι πολίτες ακούν όσα τους ευχαριστούν αντί όσα χρειάζεται να ακούσουν. Εμφανίζεται όταν τα κόμματα προτιμούν τις υποσχέσεις από τις εξηγήσεις. Εμφανίζεται όταν οι κυβερνήσεις επιλέγουν τη διαχείριση της εικόνας αντί της αντιμετώπισης των προβλημάτων. Εμφανίζεται όταν η διαφάνεια θεωρείται απειλή και όχι προϋπόθεση εμπιστοσύνης. Εμφανίζεται όταν η αξιοκρατία υποχωρεί μπροστά στις εξυπηρετήσεις.
Η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από αυταρχικούς ηγέτες. Απειλείται και από αδιάφορους πολίτες. Από κοινωνίες που συνηθίζουν τη μετριότητα. Από κοινωνίες που παύουν να απαιτούν ποιότητα από τους θεσμούς και αλήθεια από τους εκπροσώπους τους.
Κάθε φορά που ανεχόμαστε κάτι, επειδή «έτσι είναι τα πράγματα», προσθέτουμε ένα μικρό λιθαράκι στη στασιμότητα. Κάθε φορά που θεωρούμε τη διαφθορά αναπόφευκτη τη νομιμοποιούμε. Κάθε φορά που αποδεχόμαστε την αναξιοκρατία ως φυσιολογική την ενισχύουμε. Κάθε φορά που θεωρούμε ότι τίποτε δεν αλλάζει, βοηθούμε να μην αλλάξει τίποτε.
Η μεγαλύτερη απειλή για μια κοινωνία δεν είναι η διαφωνία. Είναι η παραίτηση. Και όμως, παρά τα προβλήματα, υπάρχουν λόγοι ελπίδας. Η κυπριακή κοινωνία είναι σήμερα περισσότερο μορφωμένη από ποτέ. Οι νέες γενιές έχουν ευρύτερους ορίζοντες. Η επαφή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων είναι μεγαλύτερη από ό,τι πριν από είκοσι ή τριάντα χρόνια. Η γνώση είναι διαθέσιμη. Η πληροφόρηση είναι άμεση. Οι δυνατότητες συνεργασίας είναι πραγματικές. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να αλλάξουμε. Το ερώτημα είναι αν θέλουμε.
Καμία ηγεσία δεν μπορεί να οδηγήσει μια κοινωνία εκεί όπου η ίδια δεν επιθυμεί να πάει. Και καμία κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει όταν απαιτεί από τους πολιτικούς θάρρος που η ίδια δεν είναι πρόθυμη να επιδείξει.
Για αυτό η ευθύνη παραμένει συλλογική. Οι πολιτικοί οφείλουν να μιλούν με ειλικρίνεια. Οι θεσμοί οφείλουν να λειτουργούν με ανεξαρτησία. Οι πολίτες οφείλουν να κρίνουν με αυστηρότητα. Και όλοι μαζί οφείλουμε να απορρίψουμε την πιο επικίνδυνη μορφή λαϊκισμού: την ιδέα ότι τα μεγάλα προβλήματα λύνονται χωρίς κόστος, χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς προσωπική ευθύνη.
Η πολιτική της ευκολίας είναι ελκυστική επειδή απαλλάσσει τους ανθρώπους από δύσκολες επιλογές. Η πραγματικότητα όμως δεν λειτουργεί έτσι. Κάθε κοινωνία πληρώνει αργά ή γρήγορα τον λογαριασμό όσων επέλεξε να αγνοήσει. Η Κύπρος βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτό το σημείο. Αντιμέτωπη όχι μόνο με τις συνέπειες όσων συνέβησαν πριν από πενήντα χρόνια αλλά και με τις συνέπειες όσων εξακολουθεί να ανέχεται σήμερα. Στο τρίτο και τελευταίο κείμενο της τριλογίας ο καθρέφτης θα στραφεί προς το αύριο. Όχι σε όσα κληρονομήσαμε ούτε σε όσα ανεχόμαστε αλλά σε όσα θα παραδώσουμε. Γιατί τελικά η πιο δύσκολη ερώτηση δεν αφορά το παρελθόν ούτε το παρόν. Αφορά τα παιδιά μας. Και το αν θα μπορέσουμε να τους παραδώσουμε μια καλύτερη Κύπρο από αυτήν που παραλάβαμε. Αυτό είναι το ιδεολογικό κέντρο βάρους ολόκληρης της τριλογίας. Το πρώτο άρθρο εξηγεί γιατί φτάσαμε εδώ. Το δεύτερο εξηγεί γιατί μένουμε εδώ. Το τρίτο θα εξηγήσει πού οδηγούμαστε αν συνεχίσουμε έτσι και τι πραγματικά χρειάζονται οι νέοι της Κύπρου -ειρήνη, ασφάλεια, αξιοπρεπή εργασία, θεσμούς εμπιστοσύνης, επανένωση του χώρου και του μέλλοντος. Εκεί βρίσκεται η κορύφωση της σειράς.
Χρέος η αναφορά στην ηρωίδα Sevgül. Ο Κυριάκος Μάτσης είπε πως η γη ανήκει σε εκείνους που την ποτίζουν με τον ιδρώτα τους, ανεξάρτητα από θρησκεία και γλώσσα. Σήμερα -πιστεύω- μπορούσε να αναγνωρίσει στο πρόσωπό της μια αδελφή, έτσι την αναγνωρίζουν οι συγγενείς των αγνοουμένων. Αδελφή που, όπως είπε ο Τάκης Χατζηγεωργίου, «Έσκαβε το χώμα με την ψυχή και τα χέρια, να βρει τους νεκρούς μας».






