Αμέσως μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων τον Απρίλη 2003, πήρα μήνυμα από τη δημοσιογράφο Σεβγκιούλ Ουλουντάγ ότι ήθελε να με συναντήσει. Εκείνη την εποχή ήμουν υποδιευθυντής, μέλος της διευθυντικής ομάδας της Αγγλικής Σχολής (ΑΣ). Δεν τη γνώριζα προσωπικά, αλλά είχα ακούσει αρκετά για τη δράση της. Η Σεβγκιούλ μου ανέφερε ότι είχαν επικοινωνήσει μαζί της Τουρκοκύπριοι γονείς που ενδιαφέρονταν να στείλουν τα παιδιά τους στην ΑΣ.
Για τη συνάντηση αυτή, που θα γινόταν στις 16-5-2003, είχε ενημερωθεί ο διευθυντής Swan και ο αναπληρωτής διευθυντής. Την παρέλαβα από το καφενείο δίπλα από το οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, για να τη μεταφέρω στο σχολείο. Στη διαδρομή, μου ανέφερε ότι υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον από Τουρκοκύπριους γονείς, είτε γιατί γνώριζαν για τη σχολή από στενούς συγγενείς που είχαν αποφοιτήσει από αυτή, είτε γιατί προόριζαν τα παιδιά τους για τα βρετανικά πανεπιστήμια, είτε γιατί κάποιοι γονείς ήταν εκπαιδευτικοί και γνώριζαν την ποιότητα της εκπαίδευσης στη σχολή. Οι Τουρκοκύπριοι γονείς στήριζαν αυτή την προτίμησή τους για το σχολείο στη μακρά παράδοση, αλλά και στον χαρακτήρα της ΑΣ που τη θεωρούσαν δικοινοτική. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η τελευταία αναφορά δεδομένου ότι μέσα στον ενθουσιασμό της περιρρέουσας ατμόσφαιρας της εποχής ακούστηκε αρκετές φορές, τουλάχιστον για κάποιους μήνες.

Στη συνάντηση που έγινε σε γραφείο υποδιευθυντή ήταν παρών ένα μέλος του διαχειριστικού συμβουλίου και ακόμα ένα μέλος της διευθυντικής ομάδας. Όπως αναμενόταν η συνάντηση ήταν διευκρινιστική και σκοπό είχε την ανταλλαγή χρήσιμων πληροφοριών και όχι τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης. Η Σεβγκιούλ μετέφερε το ενδιαφέρον που υπήρχε ανάμεσα στην κοινότητα και τη σημασία της επανεισδοχής Τουρκοκυπρίων μαθητών στη σχολή.
Σ’ αυτή τη συνάντηση ακούστηκε για πρώτη φορά ένα επιχείρημα που θα επαναλαμβανόταν για κάποιο διάστημα στη συνέχεια: «Ξέρετε η Αγγλική Σχολή έχει ένα υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο και δεν θα μπορούσαμε να το υποβαθμίσουμε». Το επανέλαβαν μερικές φορές στη συνάντηση αυτή. Βγαίνοντας από εκεί, η Σεβγκιούλ, ξεκάθαρα αναστατωμένη, αφού άναψε ένα τσιγάρο, διερωτήθηκε πού στόχευε αυτό το επιχείρημα: Ήταν αφέλεια, αλαζονεία των ανθρώπων της σχολής, ή απλά δεν αντιλαμβάνονταν ότι ήταν υποτιμητικό για μια ολόκληρη κοινότητα. Τότε ούτε εγώ αντιλήφθηκα τον λόγο, αλλά όσο προχωρούσε ο καιρός γινόταν ξεκάθαρο τι κρυβόταν πίσω από αυτό.
Αυτή ήταν η πρώτη επαφή της σχολής με Τουρκοκυπρίους. Στη συνέχεια ενημερώθηκε επίσημα η διευθυντική ομάδα και αποφασίστηκαν τα επόμενα βήματα. Είναι δε άξιο αναφοράς ότι στο Πενταετές Αναπτυξιακό Σχέδιο (ΠΑΣ) που ο διευθυντής παρουσίασε το 2000 (πολύ πριν το άνοιγμα των οδοφραγμάτων) είχε γίνει πρόβλεψη για εισαγωγή στην πρώτη τάξη 96 ελληνόφωνων και 24 τουρκόφωνων μαθητών. Το ΠΑΣ είχε εγκριθεί από τη διευθυντική ομάδα και το διαχειριστικό συμβούλιο (ΔΣ) με πρόεδρο τον δρα Αντρέα Παναγιώτου. Ποτέ δεν έγινε γνωστό αν αυτή η πρόβλεψη στο ΠΑΣ ήταν τυχαία ή αν ο διευθυντής Swan είχε σχετική πληροφόρηση για πιθανό άνοιγμα οδοφραγμάτων.
Το επόμενο βήμα ήταν να συζητηθεί το θέμα της εισδοχής των Τουρκοκυπρίων σε επίπεδο διαχειριστικού συμβουλίου παρουσία της διευθυντικής ομάδας. Αυτό έγινε στις 20-05-2003. Εδώ επαναλήφθηκαν τα επιχειρήματα για την ανάγκη να προστατευθούν τα ακαδημαϊκά επίπεδα της σχολής. Υπήρχαν βέβαια και αρνητικές προσεγγίσεις από κάποια μέλη του δ.σ., αλλά η πλειοψηφία έδωσε το πράσινο φως στη διευθυντική ομάδα να πραγματοποιήσει τις επόμενες κινήσεις. Καταλυτική ήταν η στάση του προέδρου του δ.σ. Αντρέα Παναγιώτου: «Τον Μάιο του 2003 είχα άλλη μία κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Πρόεδρο Παπαδόπουλο ο οποίος μου δήλωσε ότι η κυβέρνηση ήθελε να ενθαρρύνει την προσέλευση Τουρκοκυπρίων και γι’ αυτό αποφάσισε να καλύπτει όχι μόνο τα δίδακτρα, αλλά και άλλα έξοδα».[1]
Δεν είναι σίγουρο ποια ήταν τα κίνητρα του Τάσσου Παπαδόπουλου. Πιθανότατα να ήθελε να είναι γενναιόδωρος με τους Τουρκοκυπρίους για να στείλει μηνύματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, το αναγνωρισμένο κράτος, έδειχνε γενναιοδωρία προς όλους τους πολίτες του. Τα γεγονότα του Απρίλη του 2003, και η συνάντηση με τη Σεβγκιούλ βρήκαν τη σχολή απροετοίμαστη. Η διευθυντική ομάδα όμως εξουσιοδοτήθηκε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την εισδοχή των Τουρκοκυπρίων στη σχολή.
Η πρώτη επαφή με μαθητές
Τον Σεπτέμβρη 2003 είχαμε την εισδοχή των πρώτων Τουρκοκυπρίων μαθητών στην ΑΣ. Λίγες μέρες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, μία ομάδα 30 μαθητών μαζεύτηκε σ' ένα διάλειμμα και μαζί με κάποιους καθηγητές αποφάσισαν την ίδρυση του ομίλου «Κάτω από τον ίδιο Ουρανό» σκοπός του οποίου ήταν η προώθηση της κατανόησης και αποδοχής μεταξύ των μαθητών. Ήταν η απαρχή σειράς πλούσιων δραστηριοτήτων του ομίλου. Ταυτόχρονα όμως έγινε η αφετηρία μιας σκληρής εκστρατείας συκοφάντησης και λοιδορίας, κυρίως από μερίδα γονέων και του Τύπου.

Τον Μάρτη 2006 ο όμιλος οργάνωσε ένα διήμερο εργαστήρι με Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους μαθητές στις Πλάτρες. Η Σεβγκιούλ μαζί με συνεργάτες της παρουσίασαν το θέμα των αγνοουμένων της Κύπρου. Περίπου 70 μαθητές παρακολούθησαν το εργαστήρι με μεγάλη προσοχή και συγκέντρωση.
Η Νάσια Χατζηγεωργίου, σήμερα αναπληρώτρια καθηγήτρια Μεταβατικής Δικαιοσύνης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Πανεπιστήμιο Uclan, θυμάται: «Όταν αποφάσισα να πάω στο διήμερο εργαστήρι στις Πλάτρες, ως τελειόφοιτη της ΑΣ, τόσο εγώ όσο και οι φίλες μου πήγαμε μάλλον για τουρισμό. Στο εργαστήρι άκουσα για πρώτη φορά ότι υπήρχαν και Τουρκοκύπριοι αγνοούμενοι οι οποίοι σκοτώθηκαν από Ελληνοκύπριους. Δηλαδή πράγματα που τότε θεωρούσα αυτονόητα ήταν λανθασμένα να μην πω ψέματα. Εγώ τότε είχα έντονη άποψη για το Κυπριακό ότι εμείς οι Ελληνοκύπριοι είμαστε τα θύματα. Σοκαρίστηκα τόσο πολύ και μου πήρε χρόνια να τα επεξεργαστώ στο μυαλό μου. Εμένα αυτό το εργαστήρι με τη Σεβγκιούλμου άλλαξε τη ζωή. Διαμόρφωσε την καριέρα μου και τα προσωπικά μου πιστεύω. Ήταν η αρχή ενός ταξιδιού που ακόμα συνεχίζεται».[2]
Στο εργαστήρι συμμετείχε και η Ανδρομάχη Σοφοκλέους, συμπρόεδρος σήμερα του Volt Κύπρου: «Σε τούτο το εργαστήρι ήρθαμε σε επαφή με την αλήθεια ότι υπήρχαν αγνοούμενοι και στις δύο πλευρές. Αυτό το εργαστήρι ήταν κομβικό για αρκετούς από εμάς γιατί μαζί με παρόμοια εργαστήρια έβαλαν μέσα μας το σκουλήκι της αμφισβήτησης. Ελληνοκύπριοι αρχίσαμε να έχουμε επαφές με ανθρώπους από την άλλη πλευρά, να ακούμε την αφήγησή τους και τις ανησυχίες τους. Η Σεβγκιούλ άνοιξε δρόμους και μας άνοιξε τα μάτια. Στην ηλικία που ήμασταν τότε δεν θέλεις πολλά. Θέλεις κάποιο να σου βάλει τα ερωτηματικά και τον προβληματισμό. Και αυτό το έκανε η Σεβγκιούλ. Στην πορεία τη συνάντησα και άλλες φορές. Και κάθε φορά ένιωθα συγκλονισμό».[3]
Το εργαστήρι στις Πλάτρες ήταν η πρώτη επαφή της Σεβγκιούλ με μαθητές της ΑΣ. Μετά το 2004 όμως το κλίμα στην ΑΣ άλλαξε προς το χειρότερο. Απροκάλυπτες παρεμβάσεις γονέων, απειλές, αφόρητες πιέσεις/εκβιασμοί προς τον διευθυντή, ρατσισμός/εκφοβισμοί σε βάρος μαθητών/τριών, ο ξυλοδαρμός Τουρκοκυπρίων μαθητών τον Νοέμβρη 2006 και η εκτός ελέγχου δράση μερίδας γονέων μετά το 2008 δημιούργησαν μία αφόρητη και πρωτόγνωρη κατάσταση στη σχολή. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα εκφοβισμού ήταν πολύ λίγοι οι εκπαιδευτικοί που είχαν πλέον διάθεση να υψώσουν ανάστημα ή να αντιληφθούν την τεράστια σημασία από παιδαγωγικής άποψης των παρουσιάσεων της Σεβγκιούλ.
Μετά το 2006 η Σεβγκιούλ προσκλήθηκε μερικές φορές από συγκεκριμένους εκπαιδευτικούς. Εξασφάλιζαν άδεια από τη διεύθυνση, αλλά πάντα η παρουσίαση γινόταν χωρίς ιδιαίτερη δημοσιοποίηση. «Μέχρι το 2020 προσκάλεσα τη Σεβγκιούλ τρεις φορές να κάνει παρουσίαση στους μαθητές. Θυμάμαι ότι πάντα είχα άγχος. Πολύ λίγοι καθηγητές έδειχναν ενδιαφέρον. Οι περισσότεροι έδειχναν αδιαφορία. Όταν έγινε η παρουσίαση σε τελειόφοιτους μαθητές το 2020, κάποιοι μαθητές δεν έκρυψαν τη δυσφορία τους».[4]
Τέτοιο ήταν το κλίμα που λίγες μέρες μετά τον ξυλοδαρμό των Τουρκοκυπρίων (12-12-2006) θεωρήθηκε αναγκαίο να είμαι και εγώ, ως υποδιευθυντής, παρών στην παρουσίαση του βιβλίου της Σεβγκιούλ, «Τα στρείδια που έχασαν τα μαργαριτάρια τους» σε Τουρκοκύπριους μαθητές. Όλα όσα περιέγραψα πιο πάνω ήταν συμπτώματα μιας εξαιρετικά δύσκολης περιόδου για τη σχολή που αναδύθηκε μετά το 2003. Παρόλο που υπήρχαν μελέτες και εισηγήσεις από ακαδημαϊκούς, που σκοπό είχαν να προάγουν συναντίληψη, την κατανόηση, την αποδοχή μεταξύ των μαθητών και τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, δεν εφαρμόστηκαν. Οι ωμές παρεμβάσεις και ο φόβος που προκάλεσαν αντιδραστικές ομάδες εντός και εκτός σχολείου, δημιούργησαν τέτοια κατάσταση που μπλόκαραν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Και τελικά αυτά στιγμάτισαν και την παρουσία της Σεβγκιούλ στην ΑΣ. Όσα οφέλη και αν αποκόμισαν οι μαθητές/τριες μας από τη δουλειά της Σεβγκιούλ (όπως δήλωσαν η Νάσια και η Ανδρομάχη) κάποιος εύλογα μπορεί να διερωτηθεί πόσα πιο πολλά στερήθηκαν από το γεγονός ότι η περιρρέουσα στην ΑΣ μετά το 2004 αποθάρρυνε προσκλήσεις στη Σεβγκιούλ.
*Απόφοιτου εκπαιδευτικού και πρώην υποδιευθυντή της Αγγλικής Σχολής
Υποσημείωση:
[1] Συνέντευξη με Αντρέα Παναγιώτου πρόεδρο δ.σ. 1998-2008.
[2] Συνέντευξη με Νάσια Χατζηγεωργίου.
[3] Συνέντευξη με Ανδρομάχη Σοφοκλέους.
[4] Συνέντευξη με την εκπαιδευτικό Αρετή Χατζηγεωργίου.






