Ως πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν θα επιχειρούσα να αρθρογραφήσω επί του προκειμένου θέματος αν δεν είχαν υπάρξει σχόλια τα οποία ευθέως αντανακλούν όχι μόνο στην ορθή εικόνα των πραγμάτων αλλά και στην εντιμότητα ενός πρώην δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντιμότητα την οποία διαχρονικά είχα τη δυνατότητα να διαπιστώσω και να εκτιμήσω.
Κατά πρώτον, τα σχόλια φαίνεται να μην αντιλαμβάνονται την ιδιότητα του ποινικού ανακριτού, τοσούτω μάλλον προερχόμενα από όπου η ιδιότητα αυτή θα έπρεπε να είναι πλήρως κατανοητή. Ο ποινικός ανακριτής, σε συνάρτηση και με τους όρους εντολής του, έχει καθήκον να ερευνήσει τα δεδομένα με αποκλειστική κατεύθυνση την όποια ποινική ευθύνη μπορεί να διαφαίνεται από αυτά, οι δε διαπιστώσεις του περιορίζονται στη μαρτυρία που μπορεί να είναι ενώπιόν του και μόνο. Δεν είναι αρμοδιότητά του, ούτε βεβαίως να αποφανθεί τελεσιδίκως επί της οποιασδήποτε ποινικής ευθύνης την οποία μόνο το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει, ούτε να ερευνήσει, πέραν των όρων εντολής του και της μαρτυρίας, οποιεσδήποτε ευρύτερες πολιτικές ή ηθικές ευθύνες μπορεί να προκύπτουν. Αυτό θα ήταν ενδεχομένως έργο ερευνητικής επιτροπής, και ο ποινικός ανακριτής δεν είναι ερευνητική επιτροπή. Οι πολιτικές και ηθικές ευθύνες δεν μπορούν να τον αφορούν.
Κατά δεύτερον, είναι λάθος να δίδεται η εντύπωση ότι τα ευρήματα του ποινικού ανακριτού απαλλάσσουν από ενδεχόμενη ποινική ευθύνη. Τα ευρήματα δεν εισηγούνται ποινική δίωξη μόνο για αδικήματα δυνάμει του Ποινικού Κώδικα, αλλά εισηγούνται ποινική δίωξη για αδικήματα δυνάμει της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για το Ποινικό Δίκαιο όσον αφορά τη διαφθορά, η οποία έχει ευρύτερες διαστάσεις από τον Ποινικό Κώδικα οι οποίες παραπέμπουν σε πολιτικές και ηθικές ευθύνες. Αν ο Ποινικός Κώδικάς μας είναι απαρχαιωμένος και χρήζει μεταρρύθμισης ώστε να περιλαμβάνει και αδικήματα με διαστάσεις ευρύτερων πολιτικών ευθυνών, αυτό θα ήταν από χρόνια ευθύνη και έργο της Βουλής αντί να γίνεται εκ των υστέρων διαπίστωση των ελλείψεών του.
Έπειτα, είναι τουλάχιστον λυπηρό, ως ένδειξη κατάπτωσης των πολιτικών ηθών και απαξίωσης των θεσμών, να αμφισβητείται η δεδομένη εντιμότητα ενός πρώην δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος ενεργεί ως ποινικός ανακριτής, με συσχετισμούς οι οποίοι αποδίδουν συμβιβασμούς και ανταλλάγματα, αντί να εκτιμάται ο διορισμός ενός τόσο ανεξάρτητου και ανωτάτων προδιαγραφών νομικού ο οποίος αφιέρωσε χρόνο και κόπο εις βάρος του ιδίου προς υπηρεσία των αναγκών της πολιτείας. Αν έχουμε φθάσει στο σημείο να αμφισβητούμε τα πάντα, αυτό απολήγει να είναι ασθένεια της ίδιας της πολιτείας, η οποία δεν πρέπει να μεταφέρεται σε εκείνους, όσο λίγοι και αν είναι, οι οποίοι αποδεδειγμένα την έχουν υπηρετήσει με ανιδιοτέλεια και τιμιότητα.
*Πρώην πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου






