Το χουμε γράψει ξανά, ότι η Λεμεσός είναι μια πόλη που «έτρεξε» πιο γρήγορα από τις υποδομές της, που την κατέστησε πολλές φορές έρμαιο στις ορέξεις του ιδιωτικού τομέα και στην ανεπάρκεια του Δημοσίου. Από το κυκλοφοριακό και τους Λεμεσιανούς που φεύγουν από την πόλη μέχρι την επενδυτική έκρηξη, την οποία το κράτος δεν φρόντισε να προβλέψει, και όχι απλά δεν έκανε τίποτα καινούργιο αλλά δεν υλοποίησε καν αυτά που το ίδιο σχεδιάζει εδώ και δεκαετίες. Δυστυχώς, εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, θύμα αυτής της κατάστασης φαίνεται να είναι και οι παραλίες της.
Οι πιο παλιοί θα πουν ότι το ζήτημα δεν είναι πρόσφατο και πάει πολλές δεκαετίες πίσω. Ας συμφωνήσουμε όμως ότι ποτέ δεν ήταν τόσο έντονο. Τόσο που σε κάποιες περιπτώσεις να σε κάνει να σκέφτεσαι ακόμη και αν θέλεις να μπεις στη θάλασσα. Άλλο τα περιστασιακά προβλήματα λόγω μιας συγκεκριμένης συνθήκης και άλλο η συνεχιζόμενη κατάσταση που παρατηρούμε σήμερα.
Δεν είναι ότι έχουμε λόγο να μην πιστεύουμε τις μετρήσεις που κάνουν οι αρμόδιες υπηρεσίες και οι οποίες δείχνουν την «εξαίρετη» ποιότητα των νερών. Υπάρχει όμως και το αντικειμενικό κριτήριο των λουόμενων. Αυτό που βλέπεις, μυρίζεις και αισθάνεσαι όταν βρίσκεσαι ο ίδιος στην παραλία. Το «εξαίρετο» είναι ένα δεδομένο, αλλά να μας επιτρέψουν να πούμε ότι σε μεγάλο βαθμό γι’ αυτό φροντίζει η ίδια η θάλασσα, η ανανέωση των νερών και η μεθοδολογία των ελέγχων.
Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα της Λεμεσού είναι πολυπαραγοντικό αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελεί απάντηση. Γιατί πίσω από κάθε περιστατικό ρύπανσης υπάρχει ένα κοινό χαρακτηριστικό και αυτό είναι η απουσία ενός συνολικού σχεδιασμού για μια πόλη που μεγάλωσε πολύ πιο γρήγορα από όσο μπορούσε να διαχειριστεί.
Η θάλασσα της Λεμεσού πιέζεται από πολλές κατευθύνσεις. Η αυξημένη ναυτιλιακή δραστηριότητα, το αγκυροβόλιο του λιμανιού, τα πλοία που παραμένουν στην περιοχή αλλά και η διαχείριση αποβλήτων και λυμάτων από θαλάσσιες δραστηριότητες αποτελούν διαχρονικά ζητήματα που απαιτούν αυστηρότερο έλεγχο. Παράλληλα, η αύξηση των σκαφών αναψυχής, η έντονη κίνηση γύρω από τη μαρίνα και το παλιό λιμάνι δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα, η οποία δεν συνοδεύτηκε πάντα από τους απαραίτητους μηχανισμούς εποπτείας.
Την ίδια ώρα, παραμένουν ερωτήματα για τους αγωγούς που καταλήγουν στη θάλασσα, για τη διαχείριση των ομβρίων υδάτων, αλλά και για το κατά πόσο οι υφιστάμενες υποδομές μπορούν να ανταποκριθούν σε μια πόλη με πολύ περισσότερους κατοίκους, επισκέπτες και δραστηριότητες από ό,τι πριν από μερικές δεκαετίες.
Ένα μεγάλο μέρος του προβλήματος βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίον το κράτος διαχειρίζεται τη θάλασσα. Οι αρμοδιότητες είναι μοιρασμένες ανάμεσα σε πολλές υπηρεσίες, από το Υφυπουργείο Ναυτιλίας που προσπαθεί να συντονίσει, το Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, το Τμήμα Περιβάλλοντος, την Αρχή Λιμένων, τις τοπικές Αρχές και άλλους φορείς. Όλοι έχουν έναν ρόλο, αλλά συχνά η συνολική εικόνα χάνεται ανάμεσα στις αρμοδιότητες.
Κάθε φορά που εμφανίζεται ένα πρόβλημα, η συζήτηση καταλήγει στο ποιος είχε την ευθύνη, ποιος έπρεπε να ελέγξει και ποιος έπρεπε να προλάβει. Όμως μια παραλιακή πόλη, που βασίζει μεγάλο μέρος της οικονομίας και της ταυτότητάς της στη θάλασσα, δεν μπορεί να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, τελικά, δεν είναι μόνο η ρύπανση. Είναι η αντίληψη ότι η θάλασσα είναι απλώς ένας χώρος ανάπτυξης. Για μαρίνες, λιμάνια, επενδύσεις και τουριστική εκμετάλλευση. Η Λεμεσός αναπτύχθηκε με ψηλά κτήρια, εταιρείες τεχνολογίας και φόρεξ, νέες αναπτύξεις και διεθνές ενδιαφέρον. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να διατηρήσει αυτό που την έκανε ελκυστική εξαρχής.
Γιατί αν η ανάπτυξη αφήνει πίσω της μια θάλασσα που φοβόμαστε να απολαύσουμε, τότε ίσως δεν μιλάμε για πραγματική πρόοδο αλλά για έναν λογαριασμό που απλώς μεταφέρουμε στις επόμενες γενιές.






