Υπάρχουν προβλήματα που μπορεί να κρυφτούν πίσω από αριθμούς, εκθέσεις, επιτροπές και υπηρεσιακές συσκέψεις. Η θαλάσσια ρύπανση στη Λεμεσό δεν είναι ένα από αυτά. Είναι εκεί, μπροστά στα μάτια κατοίκων και επισκεπτών. Στις παραλίες, στο νερό, στις εικόνες που καταγράφονται και στα παράπονα που επαναλαμβάνονται. Και ακριβώς γι’ αυτό η Πολιτεία οφείλει πλέον όχι απλώς να διαπιστώνει το πρόβλημα αλλά να δώσει πειστικές απαντήσεις και συγκεκριμένες λύσεις.
Η χθεσινή σύσκεψη στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας ανέδειξε μια πραγματικότητα που είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Υπάρχουν περισσότερες από μία πιθανές πηγές ρύπανσης και εμπλέκονται πολλές υπηρεσίες. Υπάρχουν αγωγοί, σκάφη, εγκαταστάσεις, απορρίψεις και ζητήματα που απαιτούν έλεγχο. Όταν όμως εμπλέκονται δέκα διαφορετικές υπηρεσίες και στο τέλος κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποιος ευθύνεται, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι και πρόβλημα διοίκησης.
Η κοινωνία δεν ζητά διαπιστώσεις. Ζητά αποτέλεσμα. Ο κάτοικος της Λεμεσού που βλέπει νερό και λάσπη να καταλήγουν στη θάλασσα δικαιούται να γνωρίζει αν αυτό είναι νόμιμο, ποιος το ενέκρινε και ποιος το ελέγχει. Ο επισκέπτης που επιλέγει τις παραλίες της πόλης δικαιούται να αισθάνεται ότι κολυμπά σε ένα ασφαλές και καθαρό περιβάλλον.
Ακόμη και αν μια συγκεκριμένη πηγή δεν ευθύνεται τελικά για τη συνολική ρύπανση, το γεγονός ότι υπάρχουν δραστηριότητες οι οποίες προκαλούν εύλογα ερωτήματα και δεν είναι επαρκώς γνωστές στις τοπικές Αρχές δείχνει ότι υπάρχουν κενά.
Και τα κενά αυτά πρέπει να κλείσουν.
Η Πολιτεία έχει ήδη στη διάθεσή της το πλαίσιο, τις υπηρεσίες, την τεχνολογία και πλέον ένα σχέδιο δράσης. Χρειάζεται, όμως, σαφή κατανομή ευθυνών, συστηματικοί έλεγχοι, διαφάνεια στα αποτελέσματα των δειγματοληψιών και άμεση παρέμβαση όταν εντοπίζεται παραβίαση ή κίνδυνος.
Γιατί η θάλασσα της Λεμεσού δεν είναι απλώς ένας φυσικός πόρος. Είναι δημόσιος χώρος, οικονομικό κεφάλαιο, κομμάτι της ταυτότητας της πόλης και καθημερινό αγαθό. Και όταν ένα πρόβλημα είναι τόσο ορατό, η απάντηση της Πολιτείας δεν μπορεί να παραμένει... αόρατη.






