Η συζήτηση για τους αλλοδαπούς που ζουν στην Κύπρο και εμπλέκονται σε εγκληματικές ή παράνομες πράξεις έχει επιστρέψει με ένταση στον δημόσιο διάλογο. Και όπως συχνά συμβαίνει, ο διάλογος αυτός κινδυνεύει να διολισθήσει είτε στον εύκολο λαϊκισμό είτε στην αμήχανη σιωπή. Η Κύπρος, ως μικρό κράτος δικαίου με μεγάλες γεωπολιτικές και κοινωνικές πιέσεις, δεν έχει την πολυτέλεια, ούτε της υπεραπλούστευσης, ούτε της ανοχής στην παρανομία.
Το πρώτο και βασικό δεδομένο είναι ότι το κράτος δικαίου δεν κάνει διακρίσεις. Όποιος διαπράττει αδίκημα, είτε είναι Κύπριος είτε αλλοδαπός, πρέπει να λογοδοτεί με τον ίδιο τρόπο. Η ισονομία δεν είναι ιδεολογική πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής. Όταν δημιουργείται η εντύπωση ότι κάποιοι βρίσκονται «εκτός νόμου» ή «εκτός συστήματος», τότε υπονομεύεται η εμπιστοσύνη όλων στους θεσμούς. Υπό αυτές τις συνθήκες, η δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας με αφορμή τα πρόσφατα επεισόδια στη Λάρνακα, ότι οι αλλοδαποί που παρανομούν θα συλλαμβάνονται θα απελαύνονται είναι προβληματική.
Την ίδια στιγμή, η Κύπρος δεν μπορεί να αγνοεί ότι η μεταναστευτική πίεση, ιδιαίτερα των τελευταίων ετών, ξεπερνά τις δυνατότητες του κράτους. Οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες ασύλου, η ανεπαρκής εποπτεία, οι γκρίζες ζώνες εργασίας και στέγασης δημιουργούν περιβάλλοντα όπου η παραβατικότητα μπορεί να ανθίσει. Η απάντηση όμως δεν μπορεί να είναι η συλλογική ενοχοποίηση, ούτε η ρητορική του φόβου.
Όπου ο νόμος προβλέπει απέλαση ή ανάκληση άδειας παραμονής μετά από σοβαρά αδικήματα, το κράτος οφείλει να εφαρμόζει τις διαδικασίες χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις. Όχι για να «στείλει μήνυμα», αλλά για να αποκαταστήσει την έννοια της δικαιοσύνης. Παράλληλα, όμως, οφείλει να διασφαλίζει ότι κανένας δεν τιμωρείται αυθαίρετα και ότι κάθε υπόθεση εξετάζεται ατομικά, με πλήρη σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η πραγματική πρόκληση για την Κύπρο δεν είναι απλώς η τιμωρία της παρανομίας, αλλά η πρόληψή της. Χωρίς πολιτικές ένταξης, εκμάθηση γλώσσας, έλεγχο της αγοράς εργασίας και στήριξη των τοπικών κοινωνιών που σηκώνουν το βάρος, το πρόβλημα θα ανακυκλώνεται. Η ασφάλεια δεν χτίζεται μόνο με περιπολίες αστυνομικών, αλλά με θεσμούς που λειτουργούν.
Σε μια περίοδο που η κοινωνία πολώνεται εύκολα και οι απλουστευτικές απαντήσεις βρίσκουν ακροατήριο, η Κύπρος χρειάζεται κάτι πιο δύσκολο: ψυχραιμία, νόμο και συνέπεια. Ούτε ανοχή στην εγκληματικότητα, ούτε στοχοποίηση ανθρώπων λόγω καταγωγής. Μόνο έτσι μπορεί να προστατευθεί ταυτόχρονα η ασφάλεια και η δημοκρατία.






