Έχει προκαλέσει απογοήτευση και σκεπτικισμό η διαπίστωση ότι είναι αναγκαία η άρση της βουλευτικής ασυλίας ενός Κύπριου νομοθέτη για να ασκηθεί εναντίον του κατηγορία για ξυλοδαρμό της συντρόφου του ή της συζύγου του.
Σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος η βουλευτική ασυλία είναι μια νομική αρχή που έχει ως στόχο να προστατεύει τα μέλη ενός νομοθετικού Σώματος από ποινική δίωξη, αστική ευθύνη ή σύλληψη αλλά μόνο κατά την εκτέλεση των επίσημων καθηκόντων τους. Τι σχέση έχει, διερωτάται κάποιος, η ενδοοικογενειακή βία με τα επίσημα βουλευτικά καθήκοντα; Θυμάμαι, πάλι, πριν μια δεκαετία έπρεπε να αρθεί η βουλευτική ασυλία του κ. Ανδρέα Θεμιστοκλέους για να κατηγορηθεί για οδήγηση με υπερβολική ταχύτητα. Και πάλι τίθεται το ερώτημα: τι σχέση έχει η υπερβολική ταχύτητα με τα βουλευτικά καθήκοντα; Όλα αυτά ενισχύουν την ομάδα που εισηγείται την πλήρη κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας διότι, όπως λένε, δημιουργεί ανισότητες, εμποδίζει την ευθύνη, παρεμποδίζει τη Δικαιοσύνη για εγκλήματα και μπορεί να καλύψει τη διαφθορά, οδηγώντας σε δημόσια αντίληψη ατιμωρησίας αντί να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.
Βέβαια, θα ήταν λάθος να πάμε στο άλλο άκρο και να καταργήσουμε πλήρως τον νόμο που κατοχυρώνει την ασυλία των βουλευτών και, επομένως, την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Η αλήθεια είναι ότι η βουλευτική ασυλία προστατεύει τη Βουλή, μέσω των μελών της, από την παρέμβαση της Δικαστικής Εξουσίας ή ακόμα και της Εκτελεστικής, οι οποίες θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις διώξεις για να ασκήσουν πίεση στο Κοινοβούλιο. Αυτό όμως θα ισχύει μόνο όταν αφορά τα βουλευτικά καθήκοντα. Δεν θα πρέπει, επομένως, η βουλευτική ασυλία να θεωρείται παραβίαση της ισότητας ενώπιον του νόμου αλλά μάλλον προστασία της ανεξαρτησίας του Κοινοβουλίου, εγγυητής του κράτους δικαίου: εάν η ψήφος τους υπόκειται σε πίεση, ο νόμος δεν θα εκφράζει πλέον τη γενική βούληση και οι κανόνες που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα θα μπορούσαν να επιβληθούν σε όλους. Με άλλα λόγια, ο κύριος στόχος της βουλευτικής ασυλίας είναι να διασφαλίζει ότι οι πολιτικοί μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα, να επικρίνουν την κυβέρνηση και να εκπροσωπούν τους εκλογείς τους χωρίς να φοβούνται αντίποινα, μηνύσεις ή εκφοβισμό.
Το άρθρο 83 του Συντάγματος κατοχυρώνει τη βουλευτική ασυλία. Λέει καθαρά ότι οι βουλευτές δεν υπόκεινται σε ποινική δίωξη ούτε φέρουν αστική ευθύνη για γνώμες που εκφράζουν ή ψήφους που δίδουν κατά την άσκηση των κοινοβουλευτικών τους καθηκόντων. Έως εδώ, νομίζω, ελάχιστοι θα διαφωνούν. Αυτό που είναι απαραίτητο να σταματήσει να εφαρμόζεται είναι η παρακάτω διατύπωση του νόμου: «Ο βουλευτής δεν δύναται άνευ αδείας του Ανωτάτου Δικαστηρίου να διωχθεί, συλληφθεί ή φυλακισθεί εφόσον χρόνον εξακολουθεί να είναι βουλευτής». Αυτή η παράγραφος πρέπει να διαγραφεί παρ' όλο που διευκρινίζει ότι δεν απαιτείται άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο επί αδικήματος επισύροντος ποινή φυλακίσεως πέντε ετών και άνω. Τα επιχειρήματα υπέρ της διαγραφής είναι τρανταχτά. Αναντίλεκτα, το Κοινοβούλιο της Κύπρου οφείλει να παρέχει νομική ασυλία, όπως η ελευθερία του λόγου για τους βουλευτές κατά τη διάρκεια των συζητήσεων ώστε να διασφαλίζεται η ελεύθερη λειτουργία του. Όμως η ασυλία αυτή δεν πρέπει να παρέχει προστασία από ποινικές διώξεις ή ενέργειες εκτός των επίσημων κοινοβουλευτικών διαδικασιών, πράγμα που σημαίνει ότι οι βουλευτές δεν είναι υπεράνω του νόμου όσον αφορά γενικά εγκλήματα. Η ασυλία προστατεύει κυρίως ό,τι λέγεται και γίνεται εντός του Κοινοβουλίου από εξωτερικές παρεμβάσεις, ιδίως από τα δικαστήρια. Επομένως, ο τροποποιημένος νόμος πρέπει να λέει σαφώς ότι ένας βουλευτής βρίσκεται, όσον αφορά το ποινικό δίκαιο, στην ίδια ακριβώς θέση με οποιονδήποτε άλλο. Η Αστυνομία δεν θα πρέπει να χρειάζεται άδεια για να ξεκινήσει ποινική έρευνα για κάποιον βουλευτή τον οποίο θα μπορεί να συλλάβει, ακόμα και στο κτήριο του Κοινοβουλίου, χωρίς την άδεια κανενός. Μόνο αν το Σύνταγμά μας ενσωμάτωνε έναν τέτοιο νόμο θα συνιστούσε εξορθολογισμό της νομικής αρχής της βουλευτικής ασυλίας.
Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα που πηγάζει από τη βουλευτική ασυλία, όπως ισχύει σήμερα στην Κύπρο, είναι ότι επηρεάζει σημαντικά τη στάση και τη συμπεριφορά της Αστυνομίας απέναντι στους βουλευτές, λειτουργώντας γενικά ως διαδικαστικό εμπόδιο που εμποδίζει, καθυστερεί ή περιπλέκει τις διωκτικές πράξεις εναντίον τους. Αν και η ασυλία αυτή έχει σχεδιαστεί για να προστατεύει τους βουλευτές από πολιτική δίωξη, στην πράξη λειτουργεί συχνά σαν ασπίδα προστασίας από έρευνες και συλλήψεις για κοινά αδικήματα, δημιουργώντας διαφορετικό αστυνομικό καθεστώς για τους νομοθέτες σε σχέση με τους απλούς πολίτες. Ένα συμβάν, που αξίζει να μνημονευθεί για να αποδείξω του λόγου το αληθές, είναι η αντίδραση του βουλευτή Ανδρέα Θεμιστοκλέους όταν η Αστυνομία σταμάτησε το αυτοκίνητό του για έλεγχο. Σταχυολογώ από το ειδησεογραφικό και ενημερωτικό portal «Elemesos» ημερομηνίας 01/02/2016: «Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο Πέτρος Κληρίδης, αστυνομικό όργανο σταμάτησε για έλεγχο τον Ανδρέα Θεμιστοκλέους, ο οποίος στην ερώτηση για την επαγγελματική του ιδιότητα φέρεται να δήλωσε… αμπελουργός. Ο τροχονόμος κατήγγειλε τον «αμπελουργό» και η συνέχεια δόθηκε σε δικαστικές αίθουσες». Απ΄ ό,τι γνωρίζω, δεν υπήρχε καμία επίπτωση για αυτή την παραπλανητική πληροφορία που, σε τελευταία ανάλυση, αποτελεί παρακώλυση Δικαιοσύνης. Αν γινόταν κάτι τέτοιο σε μια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, όπου ο/η βουλευτής δεν προστατεύεται καθόλου από ποινικά εγκλήματα, ο κ. Θεμιστοκλέους θα πήγαινε φυλακή. Το 2019 η βουλευτής του Ηνωμένου Βασιλείου Fiona Onasanya καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών μηνών διότι μετά τη σύλληψή της για υπερβολική ταχύτητα είπε ψέματα στην Αστυνομία, ισχυριζόμενη ότι κάποιος άλλος οδηγούσε το όχημά της.






