Σε κάθε ευνομούμενη Πολιτεία, η διασφάλιση της ασφάλειας των πολιτών δεν είναι απλώς αναγκαία φροντίδα αλλά και αδιαπραγμάτευτο καθήκον. Το κράτος οφείλει να προλαμβάνει και να καταστέλλει την εγκληματικότητα, εφαρμόζοντας τον νόμο χωρίς εκπτώσεις και χωρίς κυρίως ενδιασμούς. Αυτό, όμως, δεν νομιμοποιεί ούτε τη συλλογική στοχοποίηση, ούτε την πολιτική εκμετάλλευση του φόβου. Το έγκλημα δεν έχει εθνικότητα, διαβατήριο ή χρώμα δέρματος και εκείνος ο οποίος επιμένει να το παρουσιάζει ως «εισαγόμενο», συνειδητά ή ασυνείδητα, ρίχνει νερό στον μύλο των ακραίων.
Οι τελευταίες συλλήψεις στη Λάρνακα, ημεδαπών και αλλοδαπών, που φέρονται να εμπλέκονται σε παράνομες ενέργειες και κυρίως στα επεισόδια της Λάρνακας το περασμένο Σάββατο, επιβεβαιώνουν με τον πιο αδιάψευστο τρόπο αυτή την πραγματικότητα. Καταρρίπτουν τον μύθο ότι η παραβατικότητα έχει εθνική ταυτότητα και εκθέτουν όσους επενδύουν πολιτικά στη δαιμονοποίηση των ξένων. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το οργανωμένο έγκλημα, οι ομάδες της νύχτας, η βία και η διαφθορά δεν είναι προϊόντα μετανάστευσης, αλλά παγιωμένες παθογένειες που αναπτύχθηκαν εντός της ίδιας της κοινωνίας.
Η Πολιτεία οφείλει να είναι αυστηρή, αλλά και δίκαιη. Όποιος παρανομεί —είτε είναι Κύπριος είτε αλλοδαπός— πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ίδια αποφασιστικότητα και με τα ίδια νομικά εργαλεία. Όταν, όμως, η πολιτική ρητορική επικεντρώνεται επιλεκτικά στους «παραβατικούς αλλοδαπούς», ενώ για την ανάμιξη ημεδαπών σε οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα επικρατεί αμηχανία, άγνοια ή σιωπή, τότε η ισονομία ακυρώνεται στην πράξη και η δικαιοσύνη μετατρέπεται σε επικοινωνιακό εργαλείο.
Ακόμη πιο προφανές και επικίνδυνο είναι το κοινωνικό αποτύπωμα αυτής της στάσης. Η στοχοποίηση των αλλοδαπών δεν ενισχύει την ασφάλεια αλλά αντιθέτως, οξύνει τα αντανακλαστικά μίσους, νομιμοποιεί ακραίες συμπεριφορές και υπονομεύει την κοινωνική συνοχή. Η πρακτική έχει αποδείξει ότι τέτοιες επιλογές δεν οδηγούν σε τάξη και ασφάλεια, αλλά σε εκτροχιασμό. Οδηγεί κυρίως σε ενδυνάμωση ακραίων πολιτικών και κοινωνικών φαινομένων και δυστυχώς τις συνέπειες αυτής της κατάστασης πραγμάτων θα διαπιστωθεί πολύ σύντομα στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές
Η πραγματική μάχη κατά του εγκλήματος δεν δίνεται με αποδιοπομπαίους τράγους ούτε με κραυγές, αλλά ούτε και με ακραίες εθνικιστικές κορώνες. Δίνεται με σοβαρή αστυνόμευση, ισχυρούς θεσμούς, διαφάνεια και ίση εφαρμογή του νόμου. Μια ευνομούμενη Πολιτεία δεν χαϊδεύει τα αφτιά των ακραίων αλλά αντιθέτως τους απομονώνει. Κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πολιτικής ευθύνης αλλά και υπεράσπισης της ίδιας της Δημοκρατίας.






