Στην πτήση της επιστροφής, ξεφυλλίζοντας το Blue, το περιοδικό της Aegean, το βλέμμα μου στάθηκε στο εξώφυλλο: το τζαμί του Ασλάν Πασά, χτισμένο πάνω στα ερείπια του βυζαντινού ναού του Αγίου Ιωάννη, στα Ιωάννινα. Αιώνες ιστορίας, πίστης και συνύπαρξης, αλλά και αντιφάσεις. Δεν μπόρεσα να μην σκεφτώ πώς θα αντιδρούσαν οι ακραίες εθνικιστικές φωνές, κάποιες από τις οποίες ταξίδευαν μαζί μας στην πρώτη θέση, αν ένα κυπριακό αεροπορικό περιοδικό είχε στο εξώφυλλό του ένα τέμενος της Κύπρου. Παραμένει μεγάλη η απόσταση ανάμεσα στον συμβολισμό και την πραγματικότητα.
Αυτή η απόσταση αποτυπώθηκε με τον πιο καθαρό τρόπο και κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής αποστολής στο Στρασβούργο για την κυπριακή προεδρία της ΕΕ. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δημοσιογράφοι μοιραστήκαμε πτήσεις, διαδρομές, γεύματα και ώρες δουλειάς. Μοιραστήκαμε τον ίδιο χώρο, όχι όμως και την ίδια εμπειρία. Οι Τουρκοκύπριοι ήταν παρόντες, αλλά ταυτόχρονα αόρατοι. Μέρος της ομάδας, αλλά και εκτός της. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο ευρύτερο πολιτικό αφήγημα της Κύπρου.
Στη θεωρία, το Κυπριακό παραμένει η υπ’ αριθμόν ένα εθνική υπόθεση. Στην πράξη, η καθημερινή πίεση, η οικονομική ανασφάλεια και η πολιτική κόπωση το έχουν μετατρέψει σε ζήτημα διαχειρίσιμο ρητορικά, χωρίς ουσιαστικό ρίσκο. Οι Τουρκοκύπριοι που συμμετείχαν στην αποστολή παρατήρησαν την έλλειψη αναφορών στη συμφιλίωση, τη γλώσσα κοινής ιδιοκτησίας και την απουσία αναγνώρισης της δικής τους παρουσίας ως ισότιμων Ευρωπαίων πολιτών. Αντίθετα, κυριάρχησαν οι όροι «κατοχή» και «απελευθέρωση», γνώριμοι από δεκαετίες, που ενισχύουν τα εθνικιστικά αφηγήματα και περιορίζουν τον χώρο για διάλογο.
Η προεδρία της ΕΕ, όπως επισημάνθηκε, παρέμεινε σε ασφαλή πολιτική ζώνη, επικεντρωμένη στην προβολή και τον συμβολισμό για τους δικούς της ψηφοφόρους, χωρίς βήματα προς την ενίσχυση της ορατότητας των Τουρκοκυπρίων. Η επίσκεψη στη «Γραμμή Πράσινη», με τους Ευρωπαίους ηγέτες να κοιτάζουν τον βορρά μέσα από κενά μεταξύ βαρελιών, φανέρωσε την υποτιμητική αντιμετώπιση της κοινότητας. Οι Τουρκοκύπριοι, παρά τη συμμετοχή τους στην αποστολή, έμειναν αόρατοι, και η δυνατότητα να δημιουργηθούν πρακτικές γέφυρες συνεργασίας δεν αξιοποιήθηκε.
Η γλώσσα δεν είναι ποτέ ουδέτερη, δημιουργεί πραγματικότητες, ανοίγει ή κλείνει δρόμους, στέλνει μηνύματα. Όταν απουσιάζει η γλώσσα της λύσης, πρόκειται για πολιτική στάση. Και όσο η συμφιλίωση αντιμετωπίζεται ως επικοινωνιακό βάρος αντί ως επιλογή, τόσο οι κοινότητες θα συνεχίσουν να συνυπάρχουν χωρίς να συναντιούνται. Όπως το τέμενος στο ελληνικό εξώφυλλο, που ορθώνεται πάνω στο παρελθόν.





