Και ποιος αποφάσισε ότι ένας άγιος δεν μπορεί να εκπροσωπεί τον έρωτα; Και να τον εκφράζει με τον δικό του βέβαια τρόπο;
Ανοίγει ανθοπωλεία, εστιατόρια πολυτελείας, μπαλόνια και μπουκέτα παντός είδους. Αγοράζει γαρύφαλλα και τριαντάφυλλα, μπουκάλια με ακριβό κρασί -κυρίως αφράτο και μυρωδάτο- κυκλοφορεί με πακετάκια με σοκολατάκια, μπουλουκάκια με ακριβά αρώματα, καρτούλες με καρδούλες και ό,τι άλλο φανταστεί ένας φορμαρισμένος ερωτιάρης που θέλει και να εντυπωσιάσει το άλλο φύλο.
Παλαιότερα, όταν ξεκίνησε αυτή η μανία, τα πράγματα ήταν πολύ πιο αναστατωμένα. Τώρα πολλοί βαριούνται και αδιαφορούν. Θες η ακρίβεια, θες η πανδημία που μας απομάκρυνε τον έναν από τον άλλο, θες η ξέφρενη ψηφιακή εποχή σκόρπισε τα πάντα στα πίξελ και ό,τι άλλο μπορεί να σκαρφιστεί η ΑΙ για να μας υποκλέψει και την τελευταία υποψία πως ό έρωτας δεν είναι όλα τα πιο πάνω αλλά κάτι μυστηριακό κι απόκοσμο που ο άνθρωπος χιλιάδες χρόνια τώρα παλεύει να τον κατανοήσει αλλά δεν τα καταφέρνει.
Ολόκληρο το σόου θα κλατάρει όταν τα μεσάνυκτα από απόψε η ημερομηνία θα αλλάξει και από 14 θα πάει 15. Φινίτο. Να σας εξομολογηθώ κάτι. Έχω δύο υιούς γεννημένους Φεβρουάριο μήνα. Τότε που ήμουν φανατικός αντιάγιος του έρωτα. Έτρεμα(…) να μην γεννηθούν 14 Φεβρουαρίου. Προειδοποίησα και τον γυναικολόγο! «Μακριά από τις 14 Φεβρουαρίου»!!
Χωρίς να κάνει κάτι μαγικό -δεν ξέρω αν έκανε και κάτι- ο ένας φανερώθηκε στις 15 και ο δεύτερος στις 12! Μια ανακούφιση την πήρα, είναι η αλήθεια. Δεν μπορούσα να διανοηθώ χειρότερη επετειακή συγκυρία…
Ας το πάρουμε λίγο σοβαρά το θέμα. Πραγματικά δεν ξέρω τι γιορτάζουν οι σημερινοί πάσχοντες…Όπως υποστηρίζει ο Πλάτων και άλλοι σοφοί στο παγκόσμιο, ο έρωτας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια μανιακή αρρώστεια που όπως έρχεται ξαφνικά με τον ίδιο τρόπο εξαφανίζεται κι αφήνει σύξυλους από πόνο θρήνο τους κοινούς θνητούς.
Μεγάλοι και νομπελίστες ποιητές δοκίμασαν να τον δαμάσουν γράφοντας απίστευτες γραμμές, που φυσικά δεν αφορούν τους σημερινούς ερωτοχτυπημένους. Γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης καταληκτικά στο Μονόγραμμά του το 1971:
«Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μες στ’ άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο».





