Η πρώτη εβδομάδα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, βρήκε την Κύπρο, για άλλη μια φορά, να συζητά την παταγώδη αποτυχία της χώρας, να υλοποιήσει ένα βιώσιμο σχέδιο πολιτικής προστασίας, με τους πολίτες να αισθάνονται και να είναι ανοχύρωτοι. Οι σπασμωδικές κινήσεις της κυβέρνησης, να καλύψει την τσαπατσουλιά, επιστρατεύοντας τη συμβατική τεχνολογία των SMS, για να σταθμίσει την εκκωφαντική απουσία του 112, και οι δεσμεύσεις, ότι θα επιθεωρηθούν και θα αναβαθμιστούν τα καταφύγια της Πολιτικής Άμυνας, τα πλείστα από τα οποία σήμερα δεν μπορούν να αξιοποιηθούν ως τέτοια, ούτε πείθουν ούτε καθησυχάζουν τους πολίτες.
Και ενώ οι βομβαρδισμοί στην ευρύτερη γειτονιά μας συνεχίζονται, χωρίς να μπορεί κανείς να μας εγγυηθεί, ότι η σύρραξη θα τερματιστεί σύντομα, είναι θέμα ημερών η δημόσια συζήτηση να μετατοπιστεί σε ένα άλλο εκκωφαντικό κενό, που εδώ και δεκαετίες πίνει το αίμα του κυπριακού νοικοκυριού και περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των κυπριακών επιχειρήσεων, δηλαδή στην παταγώδη αποτυχία των κυβερνήσεων διαχρονικά, να χαράξουν και να υλοποιήσουν ένα ρεαλιστικό σχεδιασμό, που να προσφέρει στους πολίτες και στις επιχειρήσεις ενεργειακή ασφάλεια και ταυτόχρονα φθηνό και πράσινο ρεύμα.
Τη Δευτέρα, λόγω του πολέμου, που οδήγησε και στο κλείσιμο του στενού του Ορμούζ, οι τιμές του πετρελαίου ξεπέρασαν τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, για πρώτη φορά από το 2022, τη χρονιά που η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία. Χθες οι καθησυχαστικές δηλώσεις του Ντόναλτ Τραμπ, ότι ο πόλεμος στο Ιράν θα μπορούσε να λήξει σύντομα, πρόσφεραν μεν μια μικρή ανακούφιση στις αγορές, με αποτέλεσμα τη μικρή μείωση των τιμών του πετρελαίου, ωστόσο η ρευστότητα είναι αυτή, που κινεί τα νήματα.
Εκ των πραγμάτων, πολύ σύντομα, ο Κύπριος καταναλωτής θα βρεθεί ξανά ενώπιον της αύξησης της τιμής των καυσίμων αυτοκίνησης και του ηλεκτρικού ρεύματος, με αλυσιδωτές αυξήσεις σε πολλούς άλλους τομείς, καθώς τίποτα δεν έχει αλλάξει από την προηγούμενη ενεργειακή κρίση στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, που παραμένει όμηρος των συμβατικών καυσίμων.
Τα πράγματα για τον Κύπριο πολίτη θα ήταν διαφορετικά, αν πρώτον είχαμε κάνε τη μετάβαση προς το φυσικό αέριο. Η τιμή του είναι, ναι, επιρρεπής από τις διεθνείς εξελίξεις, είναι όμως φθηνότερο κατά 20% σε σημερινές τιμές, συνεπώς και η τιμή του ρεύματος θα ήταν μειωμένη κατά 30% λόγω και της μείωσης των ρύπων. Δεύτερον, αν είχαμε υποδομές αποθήκευσης ενέργειας, το ηλιακό ρεύμα - που σήμερα πετιέται ως περίσσευμα προς όφελος της σταθερότητας του δικτύου - θα έδινε στη χώρα ένα επίπεδο αυτονομίας και περιθώριο, αν μη τι άλλο, μικρότερων αυξήσεων στις τιμές του ηλεκτρισμού, που θα προέκυπταν λόγω των διεθνών συνθηκών.
Το θέμα της ακρίβειας των καυσίμων και του ηλεκτρισμού επανέρχεται, λοιπόν, χωρίς η Πολιτεία να έχει απαντήσεις να δώσει. Ένα θέμα που θα τύχει, ξανά, προεκλογικής εκμετάλλευσης, με τους πολίτες να πληρώνουν τη ζημιά των καθυστερήσεων και της ανικανότητας των αρμοδίων.





