Και ξάφνου γίναμε το επίκεντρο. Άμα σου γράφουν οι New York Times για το Akrotiri σου, μια εθνική έπαρση τη νιώθεις. Βλέπεις τη φωτογραφία, λες μας ξέρουν όλοι, έστω και αν σου δείχνουν τις Βάσεις. Φαίνεται ο ήλιος μας, φαίνεται η Κύπρος μας. Φυσικά, έρχεται και ο Jon Stewart που σου λέει πού είναι αυτή η Κύπρος και λες πάει, το χάσαμε το παιχνίδι, κοτζάμ Foureira με τόσο μαλλί δεξιά αριστερά και δεν μας έμαθαν ακόμη. Φυσικά, τι να τον κάνει τόσο χορό; Ένα drone μας έβαλε στον χάρτη και γίναμε το επίκεντρο. Και μαζί με το drone ήρθαν και οι υπερβολές, ειδικά στο εσωτερικό μέτωπο, δείχνουν πως μας αρέσει να σπέρνουμε εκεί που δεν έχουμε χωράφια. Κυριολεκτικά. Γιατί οι Βάσεις πρακτικά δεν είναι καν δικό μας χωράφι. Ήρθαν και εκείνα τα F-16 και μετά νομίζεις πως πάμε για πόλεμο. Ακούς τις πομπάρτες από τους πιτσιρικάδες και καθαρίζεις το G3.
Ο δημόσιος διάλογος πήρε φωτιά και κάπου ανάμεσα στην αγωνία, τον ενθουσιασμό, την παραπληροφόρηση και την υπερβολή, η πραγματικότητα άρχισε να θολώνει καθώς για άλλη μια φορά πιάσαμε το μέτρο του εθνικισμού να τον μετρήσουμε πόσο τον έχει ο καθένας, όπως άλλωστε φάνηκε ξεκάθαρα ακόμη και από τις αντιδράσεις στην ανάρτηση του δημοσιογράφου Γιώργου Φράγκου που έπεσαν να τον φάνε που είπε το αυτονόητο. Να χαλαρώσουμε με τις υπερβολές. Και οι αντιδράσεις ανέδειξαν αυτό το φαινόμενο: πόσο εύκολα η κοινωνία μεταπηδά από την αδιαφορία στον πανικό ή στην υπερβολή, πόσο γρήγορα τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης διογκώνουν την κάθε πληροφορία και πόσο τελικά και μάλλον πολύ συχνά χάνεται η ψύχραιμη, νηφάλια ματιά, ειδικά όταν δεν καλλιεργείται ένα τέτοιο κλίμα από επίσημα χείλη.
Και εντάξει, είναι η αλήθεια πως στήθηκε ένα μωσαϊκό πολεμικών πλοίων και μαχητικών και έχουμε μία σπάνιας κλίμακας συντονισμένη αντίδραση, που συνδέεται άμεσα με την κλιμάκωση του πολέμου και τη χρήση των Βρετανικών Βάσεων ως επιχειρησιακό κόμβο. Ωστόσο, παρά την παρουσία ευρωπαϊκών δυνάμεων, η κυπριακή κυβέρνηση επιμένει ότι δεν συμμετέχει σε καμία στρατιωτική επιχείρηση, και όλα τα μέτρα έχουν χαρακτήρα άμυνας και αποτροπής, αν και μετά, βρεθήκαμε κάπου ανάμεσα στο επίκεντρο των εξελίξεων που δεν μας αφορά, αλλά το επιδιώξαμε. Το επιδίωξε η ίδια η κυβέρνηση που ενίσχυσε όλο αυτό το κλίμα, αφού πέρασε με ευκολία από το είμαστε γέφυρα αλληλεγγύης στην ενίσχυση των υπερβολών με τις βαρύγδουπες δηλώσεις, για να ανυψώσει το ηθικό μας και να μας δείξει πως είμαστε έτοιμοι για πόλεμο, πως είμαστε στο επίκεντρο των εξελίξεων. Και για να συντηρήσουμε και καμιά πολιτική ομάδα που μας στηρίζει.
Κι έτσι, μέσα σε όλον αυτό τον θόρυβο, καταλήξαμε να κοιταζόμαστε μεταξύ μας και να αναρωτιόμαστε αν πράγματι γίναμε πρωταγωνιστές ή αν απλώς μας ενθουσίασε για λίγο η ιδέα ότι συμβαίνει κάτι «μεγάλο» γύρω μας. Ή πως ξαναήρθαν οι Ελλαδίτες να πάρουν την πόλη. Μόνο που η πραγματικότητα, όσο κι αν τη φουσκώσουμε, δεν αλλάζει εύκολα, αφού απλώς είμαστε μια χώρα κάπου σε μια μεγάλη κρίση και δεν χρειάζονται οι εθνικές κορώνες, αλλά μια σωστή εκμετάλλευση πως μπορούμε να πιέσουμε την Ευρώπη πως η συνοχή και η γεωπολιτική ασφάλεια είναι σημαντική, αν θέλουμε να έχουμε όφελος και για τη λύση του Κυπριακού.






