Δεν υπάρχει Κύπριος που θελει παραμονή των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο. Οι συνεχείς και εν πολλοίς αδιευκρίνιστες δηλώσεις του Προέδρου Χριστοδουλίδη σε σχέση με την ακριβή στόχευση της πολιτικής μας, και κυρίως οι νύξεις περί κατάργησής τους, είναι δυνατόν να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα τα οποία η Κύπρος δεν μπορεί να χειριστεί από μόνη της. Οι Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου, με βάση τις οποίες η Κύπρος αναγνωρίζεται ως κράτος, δεσμεύουν την Κυπριακή Δημοκρατία αλλά ταυτόχρονα αφορούν και άλλες χώρες όπως η Τουρκία, η Ελλάδα, ενώ αφορούν και την άλλη συνιστώσα πολιτεία του 1960, τους Τουρκοκυπρίους. Με λίγα λόγια το θέμα των Βάσεων θα πρέπει να ιδωθεί μέσα από την πολιτική και νομική τους πολυπλοκότητα και όχι μέσα από επικοινωνιακές τακτικές του Προέδρου οι οποίες δυστυχώς δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τις επερχόμενες Βουλευτικές Εκλογές.
Λογικά η συζήτηση για το μέλλον των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο επανέρχεται συχνά στον δημόσιο διάλογο, φορτισμένη με ιστορικές μνήμες, πολιτικές ευαισθησίες και έντονο συναισθηματισμό. Είναι γεγονός ότι, για ένα μεγάλο μέρος της κυπριακής κοινωνίας, οι Βάσεις αποτελούν μια υπενθύμιση ενός παρελθόντος που δεν έχει πλήρως κλείσει. Ωστόσο, η πολιτική διαχείριση ενός τόσο σύνθετου ζητήματος δεν μπορεί να περιορίζεται σε διακηρύξεις ή σε επικοινωνιακές προσεγγίσεις.
Το καθεστώς των Βάσεων δεν αποτελεί ένα απλό διμερές ζήτημα μεταξύ Κύπρου και Ηνωμένου Βασιλείου. Εδράζεται στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1960, που συνιστούν το ιδρυτικό πλαίσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι συμφωνίες αυτές δεσμεύουν όχι μόνο την Κύπρο και το Ηνωμένο Βασίλειο αλλά και την Ελλάδα και την Τουρκία, ενώ συνδέονται άμεσα και με τη συνταγματική ισορροπία μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο νησί.
Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε συζήτηση περί κατάργησης ή επαναδιαπραγμάτευσης του καθεστώτος των Βάσεων αγγίζει ένα ευρύτερο πλέγμα διεθνών σχέσεων και ισορροπιών. Δεν είναι απλώς ένα θέμα εθνικής βούλησης αλλά ζήτημα που εμπλέκει διεθνές δίκαιο, γεωπολιτικά συμφέροντα και περιφερειακές ισορροπίες.
Σε μια περίοδο αυξημένων εντάσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, με ανοιχτά μέτωπα και ρευστότητα στο γεωπολιτικό περιβάλλον, η Κύπρος οφείλει να προσεγγίζει τέτοια ζητήματα με σοβαρότητα και στρατηγική συνέπεια. Οι εύκολες διακηρύξεις μπορεί να εξυπηρετούν πρόσκαιρες πολιτικές ανάγκες, δεν συμβάλλουν όμως σε ουσιαστικές λύσεις.
Το ζήτημα των Βρετανικών Βάσεων απαιτεί νηφάλια ανάλυση, θεσμική σοβαρότητα και διπλωματική προετοιμασία. Αντί για συνθήματα, χρειάζεται ένας μακροπρόθεσμος σχεδιασμός που να λαμβάνει υπόψη τόσο τις ιστορικές ευαισθησίες όσο και τις διεθνείς δεσμεύσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας.







