Η εικόνα που διαμορφώνεται στην αγορά καυσίμων της Κύπρου στην σημερινή πραγματικότητα, είναι σημείο αναφοράς για το βαλάντιο των καταναλωτών. Είναι σαφές, πως δεν πρόκειται για μια «ελεύθερη αγορά», που λειτουργεί με βάση τον υγιή ανταγωνισμό, αλλά για ένα ιδιότυπο, ελεγχόμενο περιβάλλον, όπου οι αυξήσεις μεταδίδονται με ταχύτητα, θα σημείωνε κάποιος, συντονισμένης αντίδρασης, ενώ οι μειώσεις χάνονται κάπου στη διαδρομή, με αποτέλεσμα να διατηρείται η πίεση σε όλες τις εκφάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας. Μπορεί οι τιμές στα καύσιμα, συγκριτικά και σε απόλυτους αριθμούς, να βρίσκονται χαμηλότερα από την μέση τιμή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο τα στοιχεία που δημοσιοποιούνται είναι αρκούντως ανησυχητικά. Επομένως δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητα στοιχεία που έδωσε ο Κυπριακός Σύνδεσμος Καταναλωτών τα τελευταία εικοσιτετράωρα. Μια εταιρεία αυξάνει την τιμή της βενζίνης κατά δύο σεντ και σχεδόν αντανακλαστικά, πρατήρια άλλης εταιρείας, χωρίς καμία επίσημη ανακοίνωση ακολουθούν στο μοτίβο των αυξήσεων. Μάλιστα, ορισμένα από αυτά προχωρούν ακόμη παραπέρα, επιβάλλοντας αυξήσεις μεγαλύτερες από εκείνες που «δικαιολογούνται» από την αρχική κίνηση. Όλα αυτά μπορεί να μην συνιστούν παρανομία. Συνιστούν όμως προσπάθεια στρέβλωσης της αγορά σε βάρος του καταναλωτή.
Σε περιόδους αβεβαιότητας με τον πόλεμο στη περιοχή μας, αλλά και ευρύτερων διεθνών πιέσεων, θα ανέμενε κανείς τουλάχιστον μια συγκράτηση τιμών ή μια πιο συνετή προσαρμογή. Αντί αυτού, παρατηρείται το αντίθετο φαινόμενο, αφού για ορισμένους η κρίση μετατρέπεται σε ευκαιρία για αύξηση περιθωρίων κέρδους. Η αγορά αντιδρά όχι με όρους αυτορρύθμισης, αλλά με όρους εκμετάλλευσης της συγκυρίας.
Βεβαίως οι εταιρείες δεν λειτουργούν χωρίς κέρδος. Το κυρίαρχο πρόβλημα επομένως δεν είναι η στάση τους. Το πρόβλημα συνίσταται κυρίως στην στάση του κράτους. Οι επαναλαμβανόμενες δηλώσεις περί «στενής παρακολούθησης» και «λήψης μέτρων» ακούγονται πλέον κενές περιεχομένου. Όταν οι αυξήσεις περνούν αυτούσιες ή ακόμη και ενισχυμένες στη λιανική τιμή, χωρίς καμία ουσιαστική παρέμβαση, τότε η εποπτεία μπορεί να θεωρηθεί ως τυπική διαδικασία η οποία δεν παράγει κανένα αντίκρισμα.
Εν ολίγοις, η απουσία αποτελεσματικών ελέγχων δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, από την στιγμή κατά την οποία οι εταιρείες γνωρίζουν, ότι μπορούν να κινηθούν επιθετικά χωρίς ουσιαστικό κόστος από την μια, ενώ από την άλλη οι καταναλωτές, εγκλωβισμένοι σε μια αγορά χωρίς πραγματικές εναλλακτικές, καλούνται απλώς να πληρώσουν τον λογαριασμό.
Οι αυθαίρετες αυξήσεις στην αγορά καυσίμων δεν μπορεί να αντισταθμιστούν με μια απλή «παρακολούθηση». Αυτό που χρειάζεται να γίνει, είναι η ουσιαστική ρύθμιση, η διαφάνεια και κυρίως πολιτική βούληση για σύγκρουση με πρακτικές που, αν και τυπικά νόμιμες, είναι κοινωνικά άδικες. Διαφορετικά, η αισχροκέρδεια θα συνεχίσει να λέγεται «αγορά», ενώ η απουσία ελέγχου θα θεωρείται μια κανονικότητα.







