Γράφει ο Νίκος Μεσαρίτης
Σε μια σύγχρονη δημοκρατία, τα μεγάλα εθνικά ζητήματα δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης πίσω από κλειστές πόρτες. Απαιτούν διαφάνεια, συμμετοχή και καθαρό προσανατολισμό. Το Κυπριακό, ωστόσο, εξακολουθεί να κινείται σε ένα πλαίσιο, όπου η κοινωνία ενημερώνεται αποσπασματικά και εκ των υστέρων. Σήμερα υπάρχει ρητορική υπέρ λύσης, αλλά με όρους που δημιουργούν καθυστέρηση.
Το Κυπριακό φαίνεται να εξελίσσεται περισσότερο ως διαχείριση ισορροπιών, παρά ως συλλογική εθνική στρατηγική. Το Κυπριακό δεν μπορεί να είναι προσωπική υπόθεση του εκάστοτε Προέδρου. Είναι ζήτημα που αφορά το σύνολο της κοινωνίας και καθορίζει το μέλλον της χώρας. Όταν η διαχείρισή του περιορίζεται σε ένα πρόσωπο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό, είναι βαθιά ζήτημα δημοκρατικής επάρκειας και όπως έχει αποδειχθεί, επικίνδυνο για το ίδιο το μέλλον της χώρας. Ταυτόχρονα η πίεση που αισθάνεται ένας ηγέτης για την επανεκλογή του, οδηγεί σε μη ξεκάθαρες θέσεις, για να μην ενοχληθούν ομάδες ψηφοφόρων κατά τις προεκλογικές περιόδους. Οπότε η υπεράσπιση της συμφωνημένης λύσης περιορίζεται.
Σε κάθε δημοκρατικό σύστημα, η διαχείριση ενός εθνικού ζητήματος προϋποθέτει συλλογικότητα, διαφάνεια και λογοδοσία. Το Κυπριακό εξακολουθεί διαχρονικά να κινείται σε ένα πλαίσιο, όπου κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται από ένα πρόσωπο, με την κοινωνία να παραμένει ουσιαστικά στο περιθώριο.
Ο Κύπριος Πρόεδρος παρουσιάζεται συστηματικά, ως εκφραστής της ελληνοκυπριακής πλευράς. Ενώ είναι Πρόεδρος όλων των Κυπρίων. Η μετατόπιση από αυτόν τον θεσμικό ρόλο σε μια στενότερη κοινοτική εκπροσώπηση, εμφανίζει τον Πρόεδρο να ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων.
Τα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας μέχρι το 1974, εκπρόσωπος των Ελληνοκυπρίων ήταν ο Ελληνοκύπριος πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων. Όμως η αδυναμία ουσιαστικής ενσωμάτωσης των Τουρκοκυπρίων στο πολιτικό σύστημα συνέβαλε στην απομάκρυνσή τους και στην υπερίσχυση ακραίων εθνικιστικών φωνών εκατέρωθεν. Αποτέλεσμα η κατοχή του βόρειου τμήματος από την Τουρκία και η de facto διχοτόμηση.
Σήμερα στο πεδίο των διαπραγματεύσεων, οι αντιφάσεις της Ελληνοκυπριακής πλευράς είναι εμφανείς. Από τη μία, διατυπώνεται ετοιμότητα για άμεση επανέναρξη συνομιλιών. Από την άλλη, τίθενται ζητήματα επαναδιευκρίνισης κεφαλαίων, που είχαν ήδη καταγραφεί ως συγκλίσεις. Έτσι εμφανίστηκε η τακτική μετά τις συνομιλίες στο Crans-Montana 2017. Αυτή η πολιτική επιλογή επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία της ελληνοκυπριακής πλευράς και δημιουργεί αμφιβολίες για την ειλικρίνεια της δέσμευσης υπέρ της λύσης.
Από την άλλη πλευρά, ο Τουφάν Ερχιουρμάν τοποθετείται υπέρ της ομοσπονδιακής λύσης, διατηρώντας επιφυλάξεις ως προς την αξιοπιστία της ελληνοκυπριακής πλευράς. Η εμπειρία της προηγούμενης περιόδου, και ιδιαίτερα η στάση του Νίκου Αναστασιάδη απέναντι στον Μουσταφά Ακιντζί, ενισχύει αυτή την καχυποψία. Ο Ερχιουρμάν επιχειρεί να αναδειχθεί σε ηγέτη, που αγγίζει πρακτικά ζητήματα καθημερινότητας που αφορούν και τις δύο κοινότητες, επιχειρώντας να καλλιεργήσει κλίμα εμπιστοσύνης, όπως στην κρίση του αφθώδους πυρετού και τα προβλήματα των εγκλωβισμένων μαθητών του Ριζοκαρπάσου. Έγινε ο πρώτος Τουρκοκύπριος ηγέτης, που επισκέφθηκε την περιοχή μίλησε με τους μαθητές και ενημερώθηκε για την κατάσταση. Όμως το πολιτικό του μήνυμα είναι σαφές. «Δεν είμαι Τατάρ, αλλά δεν θα σας επιτρέψω να μου συμπεριφερθείτε, όπως συμπεριφερθήκατε στον Ακκιντζί.»
Το ουσιαστικότερο πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στις θέσεις κάποιου ηγέτη, αλλά στον τρόπο λήψης των αποφάσεων. Στην πράξη, ένας άνθρωπος, έστω και αν κατέχει το ανώτατο αξίωμα, καθορίζει το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων, επιλέγει τι δημοσιοποιείται και τι παραμένει άγνωστο. Έτσι διαμορφώνει το πλαίσιο, μέσα στο οποίο η κοινωνία βλέπει μια θολή εικόνα.
Αυτή η πρακτική εγείρει σοβαρό ζήτημα δημοκρατικής ακεραιότητας. Η απουσία συστηματικής ενημέρωσης και ουσιαστικής διαβούλευσης δεν συνάδει με τις αρχές ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους. Η λογοδοσία δεν εξαντλείται σε δηλώσεις, προϋποθέτει γνώση, συμμετοχή και δυνατότητα ελέγχου από τους πολίτες.
Υπάρχουν διεθνή παραδείγματα, που ακολουθούν την ορθή προσέγγιση. Στη Βόρεια Ιρλανδία, η διαδικασία δεν ήταν αποκομμένη από τους πολίτες, αλλά αντλούσε από αυτούς νομιμοποίηση. Αυτό δεν εξάλειψε τις δυσκολίες, αλλά ενίσχυσε την εμπιστοσύνη στο αποτέλεσμα.
Στην Κύπρο, αντίθετα, έχει παγιωθεί ένα μοντέλο καθόλου συμμετοχής. Οι πολίτες καλούνται να τοποθετηθούν σε κρίσιμες στιγμές, χωρίς να διαθέτουν πλήρη εικόνα των δεδομένων. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινωνία που καλείται να αποφασίσει, χωρίς να έχει συμμετάσχει ουσιαστικά στη διαμόρφωση της απόφασης.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι σαφές: μπορεί ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα να παραμένει υπό τον έλεγχο ενός μόνο προσώπου; Και αν αυτό συνεχίζεται διαχρονικά, πόσο συμβατό είναι με τη λειτουργία μιας ώριμης δημοκρατίας;
Η ανάγκη για διαπραγμάτευση δεν αμφισβητείται. Εκείνο που τίθεται υπό συζήτηση είναι ο τρόπος. Η μετατροπή του Κυπριακού σε διαδικασία με ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας, δεν αποτελεί απλώς πολιτική επιλογή, αποτελεί προϋπόθεση δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Γιατί στο τέλος, η βιωσιμότητα οποιασδήποτε λύσης δεν θα κριθεί μόνο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, αλλά στην αποδοχή της από τους πολίτες. Εξ αυτών η Κύπρος καλείται ν’ αναστηθεί εκ νεκρών. Ούτως ώστε οι Κύπριοι να μπορούν να χαιρετήσουν «Κύπρος ανέστη».







