Δύο υποθέσεις τρέχουν ταυτόχρονα αυτή την περίοδο στην επικαιρότητα. Από τη μία είναι αυτή της Σάντη, ένα παραμύθι που έχει πολλούς δράκους. Έχει συνωμοσίες, αδελφότητα, έχει όλο το μυστικισμό που την κάνει ελκυστική, έχει πολιτικούς, δικηγόρους, όλο ανφάν γκατέ του τόπου, σεξ, αίμα, ραβασάκια, μηνύματα. Ωστόσο, στην ουσία είναι μια υπόθεση για το πώς λειτουργεί ένα κράτος ή μάλλον πώς δεν λειτουργούν οι θεσμοί του. Γιατί αν προσπεράσουμε τα ψεύτικα μηνύματα και τις υποθέσεις αυτή είναι η ουσία, πως χάθηκε η αξιοπιστία των θεσμών.
Από την άλλη, είναι η πολυκατοικία που γκρεμίστηκε το Μεγάλο Σάββατο στη Γερμασόγεια. Δεν έχει δικηγόρους. Δεν έχει αδελφότητα. Έχει μεροκαματιάρηδες Ελληνοκύπριους που παλεύουν να ζήσουν σε μια πόλη, στην οποία τα όνειρά τους θολώνουν μπροστά σε πύργους ή …ανεπιθύμητους αλλοδαπούς που είναι γι’ αυτούς πολυτέλεια η διαμονή και αναγκάζονται να ζουν σε τρώγλες. Και σε αυτή την υπόθεση καταλήγουμε πάλι στο ίδιο συμπέρασμα. Στους θεσμούς που δεν λειτουργούν, στην αδιαφορία και στο κράτος που δεν προστατεύει τους πολίτες.
Συνεπώς, δεν χρειάζεται ένα παραμύθι με δράκους ή κάποιος Σούπερμαν για να αντιληφθείς πως κάτι δεν πάει καλά σε αυτό τον τόπο. Αν η Σάντη ήταν από τη Γερμασόγεια, η ουσία δεν αλλάζει. Το κράτος νοσεί. Θεσμοί υπολειτουργούν, συμφέροντα που εξυπηρετούνται. Ένα κράτος που δεν προλαβαίνει τις καταστάσεις και πατάει επί πτωμάτων με βαρύγδουπα κείμενα τύπου «εμείς προχωρήσαμε το νομοσχέδιο», ή με φωνές φορέων που θυμήθηκαν πως «τα έλεγαν».
Από εκείνη την ημέρα που το ξεστόμισε και ο πρόεδρος του ΕΤΕΚ, την Τρίτη του Πάσχα, όταν έκανα αντικατάσταση στη μεσημβρινή εκπομπή του ΠΟΛΙΤΗ 107.6 πως χάσαμε δύο συνανθρώπους μας σε περίοδο ειρήνης, η φράση στροβιλίζει συνέχεια στο μυαλό. Ξανά και ξανά.
Γιατί στροβιλίζει; Γιατί κάθε φορά που πεθαίνει ένας συνάνθρωπός μας σε περίοδο ειρήνης, από νομοσχέδια που δεν κατατέθηκαν, από κάποιους που δεν πίεσαν για αποφάσεις, από υπηρεσίες που δεν τόλμησαν, θεσμούς που στην ουσία δεν λειτούργησαν, είναι μια μεγάλη ήττα για τη Δημοκρατία. Είναι μια ήττα για την ίδια την αξιοπρέπεια των πολιτών που ζητούν ένα κράτος που, υποτίθεται, τους προστατεύει. Κανένα «εμείς τα είπαμε» δεν χωράει μπροστά στο δράμα των δύο ανθρώπων που χάθηκαν.
Γιατί τελικά, το πρόβλημα δεν είναι η Σάντη, ούτε το παραμύθι με τους δράκους που τόσο μας γοητεύει. Το πρόβλημα είναι όσα συμβαίνουν χωρίς μυστήριο, χωρίς εισαγγελείς και κάμερες. Εκεί όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν σιωπηλά, σε περίοδο ειρήνης. Η φράση «χάσαμε δύο συνανθρώπους μας σε περίοδο ειρήνης» δεν είναι υπερβολή, αλλά ένα βαθύ κατηγορητήριο για αυτούς που μπάζωσαν τη ζωή τους, ώσπου να μπορέσουν να την στήσουν σε γερά θεμέλια. Και δεν απευθύνεται σε μια πολυκατοικία που κατέρρευσε, αλλά σε ένα κράτος που ραγίζει εδώ και καιρό.







