Τα πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα αποτέλεσαν για χρόνια μία από τις πιο δημοφιλείς επιλογές οδηγών τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρη την Ευρώπη, κυρίως λόγω της χαμηλής κατανάλωσης σε μεγάλες αποστάσεις αλλά και της υψηλής ροπής που προσφέρει το diesel καύσιμο.
Ακόμα και σήμερα, παρά τη στροφή της αγοράς προς υβριδικές και ηλεκτρικές λύσεις, το diesel εξακολουθεί να έχει ένα φανατικό κοινό οπαδών. Ωστόσο, τα πλεονεκτήματα αυτά συνοδεύονται και από προκλήσεις, με βασικότερη τους ρύπους που παράγονται κατά την καύση.
Για τον λόγο αυτό, οι αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν εξοπλίσει τα σύγχρονα diesel μοντέλα με προηγμένα συστήματα αντιρρύπανσης. Ένα από τα σημαντικότερα είναι το φίλτρο μικροσωματιδίων, γνωστό και ως το φίλτρο DPF.
Ο ρόλος του είναι να συγκρατεί τα επιβλαβή σωματίδια που παράγονται από την καύση του πετρελαίου πριν αυτά απελευθερωθούν στην ατμόσφαιρα. Τοποθετημένο στην εξάτμιση, το φίλτρο λειτουργεί παγιδεύοντας την αιθάλη σε ένα πορώδες υλικό (συνήθως κεραμικό ή μεταλλικό), επιτρέποντας στα καυσαέρια να περνούν φιλτραρισμένα και πιο «καθαρά» προς το περιβάλλον.
Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, αυτή η διαδικασία οδηγεί στη συσσώρευση υπολειμμάτων, με αποτέλεσμα το φίλτρο να φράζει. Για να αντιμετωπιστεί αυτό, οι κατασκευαστές έχουν προβλέψει τη διαδικασία της αναγέννησης, κατά την οποία το σύστημα αυξάνει τη θερμοκρασία και «καίει» τα σωματίδια, καθαρίζοντας το φίλτρο, μια διαδικασία αυτή είναι απολύτως απαραίτητη για τη σωστή λειτουργία ενός diesel αυτοκινήτου.
Για να συνεχίσει κανείς να οδηγεί το αυτοκίνητο του με αποδοτικό τρόπο, πρέπει να εξασφαλίζει πως η διαδικασία της αναγέννησης γίνεται σωστά και το φίλτρο δεν βουλώνει από τους ρύπους.
Σε περίπτωση που κάτι τέτοιο γίνει, ο ιδιοκτήτης πρέπει άμεσα να λάβει τα κατάλληλα μέτρα. Ως προς το πως καταλαβαίνουμε το πότε το DPF έχει βουλώσει, ανάμεσα στα πιο συνηθισμένα σημάδια συγκαταλέγεται η σχετική ένδειξη στο ταμπλό (στα νεότερα οχήματα), η πτώση της απόδοσης, η αύξηση της κατανάλωσης και σε πιο σοβαρές περιπτώσεις το σβήσιμο του κινητήρα. Παράλληλα, η δυσλειτουργία του φίλτρου επηρεάζει συνολικά την αποβολή των καυσαερίων, κάτι που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε υπερθέρμανση.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η πρόληψη είναι το «κλειδί» για να αποφευχθούν τέτοια προβλήματα. Στην αγορά υπάρχουν διάφορα χημικά καθαριστικά και πρόσθετα καυσίμου που υπόσχονται εύκολες λύσεις, ωστόσο η αποτελεσματικότητά τους είναι περιορισμένη, καθώς δεν μπορούν να απομακρύνουν τη στάχτη που συσσωρεύεται στο φίλτρο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, ενδέχεται να προκαλέσουν και ζημιές.
Ο σωστός τρόπος καθαρισμού είναι στην πραγματικότητα η σωστή οδήγηση. Οι συχνές μικρές διαδρομές μέσα στην πόλη είναι ο βασικός λόγος που το DPF φρακάρει, καθώς με αυτή την καθημερινή οδήγηση το σύστημα δεν μπορεί να φτάσει στις κατάλληλες θερμοκρασίες που απαιτούνται για την διαδικασία του αυτοκαθαρισμού.
Αντίθετα, η διαδικασία επιτυγχάνεται όταν οδηγούμε για 15 έως 30 λεπτά σε αυτοκινητόδρομο, με σταθερή ταχύτητα και αυξημένες στροφές κινητήρα (συνήθως πάνω από τις 2.000 σ.α.λ.).
Σε αυτές τις συνθήκες, η θερμοκρασία στο φίλτρο μπορεί να φτάσει περίπου τους 550–600 βαθμούς Κελσίου, επιτρέποντας την καύση της αιθάλης και τον καθαρισμό του φίλτρτου. Ιδανικά, αυτή η διαδικασία θα πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε 300 έως 500 χιλιόμετρα, ειδικά αν το όχημα χρησιμοποιείται κυρίως σε αστικό περιβάλλον.
Σημειώνεται τέλος πως υπάρχουν και επαγγελματικές λύσεις καθαρισμού όμως πρόκειται για δαπανηρές διαδικασίες, που σχεδόν πάντα μπορούν να αποφευχθούν αν έχει προηγηθεί σωστή χρήση.
Πηγή: carandmotor.gr







