Ασθενείς μπορούν ακόμη και σήμερα να βρεθούν «στη μέση» μεταξύ δύο νοσηλευτηρίων, χωρίς να είναι ξεκάθαρο ποιος έχει την ευθύνη για τη φροντίδα τους. Αυτό είναι το βασικό εύρημα της νέας έκθεσης που δημοσιοποίησε ο Συνήγορος του Ασθενούς Μάριος Χαραλαμπίδης, το γραφείου του οποίου προχώρησε σε χαρτογράφηση 23 τυπικών σεναρίων παραπομπής και μεταφοράς και διαπίστωσε ότι στα 12 από αυτά το υφιστάμενο πλαίσιο επιτρέπει παραβίαση δικαιωμάτων του ασθενούς. Σε άλλα έξι η έκβαση εξαρτάται από το κατά πόσον έγινε σωστά ένα κρίσιμο βήμα, ενώ μόλις πέντε σενάρια κρίνονται πλήρως συμβατά με όσα προβλέπει ο νόμος.
Το βασικό κενό εντοπίζεται στο σημείο όπου η ευθύνη για έναν ασθενή πρέπει να περάσει από ένα ιατρικό ίδρυμα σε άλλο. Παρότι ο νόμος επιβάλλει να εξασφαλίζεται η συνέχιση της φροντίδας, δεν καθορίζεται με σαφήνεια πότε θεωρείται ότι ολοκληρώθηκε η ανάληψη από το δεύτερο ίδρυμα και ποιος έχει την ευθύνη μέχρι τότε. Το πρόβλημα αφορά συνολικά δημόσιους και ιδιωτικούς παροχείς του ΓεΣΥ και όχι ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΑΥ, περίπου 380 νοσηλείες τον μήνα, ποσοστό 1,4%, αφορούν μεταφορά ασθενούς από άλλο ιατρικό ίδρυμα. Ωστόσο, δεν καταγράφεται πόσες φορές ένα ίδρυμα αρνήθηκε να αναλάβει ασθενή, πόσο διήρκεσε μια καθυστέρηση ή πόσες φορές προέκυψε διαφωνία για το ποιος θα αναλάβει το περιστατικό.
Κρίσιμες αποφάσεις στο τηλέφωνο
Ένα από τα βασικά προβλήματα που καταγράφονται είναι ότι παραπομπές, αποδοχές αλλά και αρνήσεις γίνονται συχνά προφορικά ή τηλεφωνικά, χωρίς γραπτή τεκμηρίωση. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει σχετικός κανόνας, ο ΟΑΥ χρειάστηκε να επανέλθει το 2024 και ξανά το 2026 για να υπενθυμίσει τις υποχρεώσεις των παροχέων.
Το ισχύον πρωτόκολλο παραπομπής του ΟΑΥ καλύπτει συγκεκριμένα μόνο επτά κατηγορίες μη διαχειρίσιμων επειγόντων περιστατικών. Εκτός ρητής ρύθμισης μένουν, μεταξύ άλλων, οι μεταφορές μετά την έναρξη νοσηλείας, οι επιπλοκές από προηγούμενες ιατρικές πράξεις, οι διακομιδές με ασθενοφόρο, αλλά και ζητήματα που αφορούν τη διαθεσιμότητα και την ευθύνη του θεράποντος ιατρού.
Την ίδια ώρα, δεν υπάρχει κεντρικό αρχείο διαθέσιμων κλινών, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επαληθευτεί η επίκληση έλλειψης κλίνης από ένα νοσηλευτήριο. Δεν υπάρχει επίσης φορέας με εξουσία να επιλύει μέσα σε λίγες ώρες μια διαφωνία μεταξύ δύο ιδρυμάτων για το ποιο πρέπει να αναλάβει έναν ασθενή.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους πιο σύνθετους ασθενείς, για τους οποίους το κόστος περίθαλψης είναι μεγαλύτερο. Δεν διαπιστώνεται δυσμενής διάκριση σε συγκεκριμένη περίπτωση, επισημαίνεται όμως ότι το σημερινό σύστημα δεν διαθέτει όλες τις εγγυήσεις που θα απέτρεπαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
Γραπτή ανάληψη πριν τη μεταφορά
Ο Συνήγορος του Ασθενούς εισηγείται ως βασικό κανόνα ότι καμία παραπομπή ή μεταφορά δεν θα πρέπει να θεωρείται ολοκληρωμένη χωρίς γραπτή και ονομαστική αποδοχή από το ίδρυμα που θα παραλάβει τον ασθενή. Μέχρι να υπάρξει αυτή η ανάληψη, η ευθύνη πρέπει να παραμένει στο ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται ή έχει αρχικά απευθυνθεί ο ασθενής.
Μεταξύ των προτάσεων περιλαμβάνονται άμεση εγκύκλιος του ΟΑΥ, γραπτό αίτημα και παραπεμπτικό για κάθε μεταφορά, καταγραφή κάθε άρνησης με ώρα, αιτιολογία και όνομα υπευθύνου, καθώς και σαφής ευθύνη του θεράποντος ιατρού, ο οποίος θα πρέπει να διαθέτει αντικαταστάτη όταν απουσιάζει.
Προτείνεται επίσης συντονιστής του ΟΑΥ με εξουσία δεσμευτικής απόφασης μέσα σε ώρες, όταν δύο παροχείς διαφωνούν, δημιουργία κεντρικού αρχείου κλινών και μετρήσιμη εποπτεία των μεταφορών, των καθυστερήσεων και του χρόνου που απαιτείται μέχρι την τελική ανάληψη του ασθενούς.
Το κείμενο δεν αποτελεί πόρισμα για συγκεκριμένη υπόθεση, δεν κατονομάζει υπεύθυνους και δεν αξιολογεί την ιατρική ορθότητα επιμέρους αποφάσεων. Το συστημικό ζήτημα που αναδεικνύει είναι ότι ο ασθενής μπορεί να μένει χωρίς σαφώς ορισμένο υπεύθυνο την ώρα που δύο παροχείς διαφωνούν για το ποιος θα τον αναλάβει.






