Οι επιπτώσεις μιας δασικής πυρκαγιάς συνεχίζονται για πολλά χρόνια μετά την κατάσβεσή της, καθώς το καμένο οικοσύστημα παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτο, δήλωσε στο ΚΥΠΕ την Τρίτη ο Πρώτος Δασικός Λειτουργός και Εκπρόσωπος Τύπου του Τμήματος Δασών, Γλαύκος Κυριάκου, σημειώνοντας ότι για να γίνει ξανά ώριμο δάσος μια καμένη δασική περιοχή απαιτούνται δεκαετίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και αιώνες.
Όπως ανέφερε, μετά την πυρκαγιά αρχίζει μια νέα περίοδος, κατά την οποία το καμένο οικοσύστημα είναι ιδιαίτερα ευάλωτο, ενώ οι επιπτώσεις από αυτό είναι πολυδιάστατες, περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές.
Ο χρόνος αποκατάστασης, εξήγησε, εξαρτάται από τη βλάστηση, το είδος και την ένταση της πυρκαγιάς, τις καιρικές συνθήκες που θα επικρατήσουν τα επόμενα χρόνια και την ανθρώπινη παρέμβαση για την αποκατάσταση της φύσης.
Ένα από τα πρώτα προβλήματα μετά από μια δασική πυρκαγιά είναι η διάβρωση του εδάφους από τη βροχή και τον άνεμο, κυρίως σε περιοχές με έντονες κλίσεις, είπε ο κ. Κυριάκου.
Παράλληλα, αυξάνεται ο κίνδυνος κατολισθήσεων, ενώ η απομάκρυνση του γόνιμου επιφανειακού εδάφους καθυστερεί την επαναφορά του δάσους στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν προηγουμένως.
Πρόσθεσε ότι η καταστροφή της βλάστησης δυσχεραίνει την απορρόφηση του νερού της βροχής από το έδαφος και επηρεάζει την άγρια ζωή, καθώς ζώα και πτηνά χάνουν τις πηγές τροφής, τα καταφύγια και τους χώρους αναπαραγωγής τους και αναγκάζονται να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές.
Ως αποτέλεσμα, επηρεάζονται η βιοποικιλότητα και η φυσική ισορροπία του οικοσυστήματος, καθώς και η φυσική αναγέννηση του δάσους, αφού αρκετά ζώα και πτηνά συμβάλλουν στη μεταφορά των σπόρων.
Ο Εκπρόσωπος Τύπου του Τμήματος Δασών αναφέρθηκε επίσης στην επιβάρυνση της ποιότητας του αέρα λόγω των μεγάλων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα που απελευθερώνονται κατά τις πυρκαγιές.
Παράλληλα, με την καταστροφή των δέντρων μειώνεται η ικανότητα του δάσους να δεσμεύει άνθρακα, με επιπτώσεις και στην κλιματική αλλαγή.
Πέραν των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, συνέχισε, επηρεάζονται οι τοπικές κοινωνίες, η γεωργία, η κτηνοτροφία, ο τουρισμός, οι υποδομές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ασφάλεια των πολιτών.
Ο κ. Κυριάκου ανέφερε ότι τα κυπριακά δάση διαθέτουν, σε μεγάλο βαθμό, φυσικούς μηχανισμούς αναγέννησης και ότι το Τμήμα Δασών επιδιώκει να περιορίζει στο ελάχιστο τις παρεμβάσεις στο φυσικό περιβάλλον.
Όπως είπε, στο παρελθόν δημιουργούνταν αναβαθμίδες και ισοϋψείς λωρίδες με τη χρήση τρακτέρ ή χειρωνακτικά, πρακτικές οι οποίες πλέον έχουν σταματήσει.
Σήμερα προτιμώνται ηπιότερες παρεμβάσεις με χειρωνακτικά μέσα, η καλλιέργεια μικρών επιφανειών και η τοποθέτηση σπόρων, ώστε η φύση να μπορεί να επανέλθει με τους δικούς της μηχανισμούς.
Μετά από κάθε πυρκαγιά εντός κρατικού δάσους, οι τοπικοί δασικοί υπάλληλοι καταρτίζουν διαχειριστικό σχέδιο, το οποίο υποβάλλεται για έγκριση και καθορίζει τον τρόπο αποκατάστασης της κάθε περιοχής.
Απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσο η διαδικασία εφαρμόζεται σε όλες τις περιοχές παγκύπρια, ο κ. Κυριάκου διευκρίνισε ότι διαχειριστικά σχέδια καταρτίζονται για όλες τις πυρκαγιές που εκδηλώνονται εντός κρατικών δασών.
Σε ό,τι αφορά τις ιδιωτικές εκτάσεις, σημείωσε ότι το Τμήμα δεν μπορεί να επέμβει σε ιδιωτικά τεμάχια ή να προχωρήσει σε φυτεύσεις χωρίς αίτημα των ιδιοκτητών.
«Όταν μας ζητηθεί, είμαστε δίπλα στους ιδιοκτήτες για να τους βοηθήσουμε», είπε, προσθέτοντας ότι υπάρχουν σχετικά σχέδια στήριξης.
Αναφέρθηκε ειδικότερα στο σχέδιο «Φυτεύω για το Κλίμα», το οποίο εξαγγέλλεται κατά τη χειμερινή περίοδο και προβλέπει τη δωρεάν παραχώρηση βασικών ειδών δέντρων και θάμνων.
Τα είδη που παραχωρούνται είναι καλά εγκλιματισμένα στην Κύπρο και επιλέγονται ανάλογα με τις κλιματοεδαφικές συνθήκες της περιοχής στην οποία θα φυτευτούν.
Μέσω του σχεδίου έχουν παραχωρηθεί χιλιάδες φυτά σε κοινότητες και ιδιώτες, ενώ το Τμήμα Δασών έχει βοηθήσει και τις καμένες περιοχές της ορεινής Λεμεσού και της ορεινής Λάρνακας.
Στην ορεινή Λεμεσό, όπως είπε, το Τμήμα έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου τις φυτεύσεις στα κοινοτικά πάρκα των επηρεαζόμενων κοινοτήτων.
Ο κ. Κυριάκου τόνισε ότι πρέπει να αποφεύγεται η επιλογή ειδών που δεν ταιριάζουν στις συνθήκες μιας περιοχής, απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού ή αυξημένη συντήρηση και ενδέχεται να επηρεάσουν τη συμπεριφορά μιας μελλοντικής πυρκαγιάς.
Στο σχέδιο μπορεί να αποταθεί οποιοσδήποτε, ενώ οι φυτεύσεις μπορούν να γίνουν σε δημόσιους ή ιδιωτικούς χώρους. Σε περίπτωση αίτησης για περισσότερα από 50 φυτά, απαιτείται η υποβολή απλού σχεδίου φύτευσης.
Ο κ. Κυριάκου αναφέρθηκε, τέλος, στις μεγάλες πυρκαγιές που εκδηλώθηκαν το 1974, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής.
Όπως είπε, σε ορισμένες από τις πληγείσες περιοχές πραγματοποιήθηκε τεχνητή αναδάσωση από το Τμήμα Δασών, ενώ άλλες αφέθηκαν να αναγεννηθούν φυσικά και σήμερα παρουσιάζουν πλούσια βλάστηση.
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι για να αποκτήσουν τα δέντρα το μέγεθος που είχαν πριν από την πυρκαγιά απαιτούνται δεκάδες χρόνια, σημειώνοντας ότι τα κυπριακά δάση μπορούν, σε αρκετές περιπτώσεις, να αναγεννηθούν με τους φυσικούς τους μηχανισμούς.
Πηγή: ΚΥΠΕ






