Την Κυριακή οι Ούγγροι προσέρχονται στις κάλπεςγια να αποφασίσουν την πορεία της χώρας τα επόμενα τέσσερα χρόνια, σε μια εκλογική αναμέτρηση που διαμορφώνεται ως ιδιαίτερα αμφίρροπη. Ο Βίκτορ Όρμπαν, ο μακροβιότερος πρωθυπουργός της Ευρώπης με 16 χρόνια στην εξουσία, ενδέχεται να χάσει, με τον Πέτερ Μαγιάρ και το κόμμα του, Tisza, να προηγούνται στις δημοσκοπήσεις.
Η άνοδος του Μαγιάρ υπήρξε ταχεία. Εμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο το 2024, όταν κατήγγειλε την κυβέρνηση για τη χορήγηση χάριτος σε πρόσωπο που είχε καταδικαστεί επειδή συγκάλυψε υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης σε ίδρυμα παιδιών. Στη συνέχεια επένδυσε σε ζητήματα που απασχολούν την καθημερινότητα, όπως η ακρίβεια, η επιδείνωση των δημόσιων υπηρεσιών και οι καταγγελίες για διαφθορά. Το αφήγημά του βρήκε απήχηση σε μια κοινωνία που πιέζεται οικονομικά και εμφανίζει αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση.
Παρά το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, η έκβαση των εκλογών παραμένει αβέβαιη. Το εκλογικό σύστημα έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια με τρόπο που ευνοεί το κυβερνών κόμμα. Οι εκλογικές περιφέρειες έχουν επαναχαραχθεί έτσι ώστε να ενισχύουν τη δύναμη του Fidesz, ενώ ισχύει και μηχανισμός που δίνει επιπλέον έδρες στον νικητή κάθε περιφέρειας. Παράλληλα, έχει δοθεί δικαίωμα ψήφου σε Ούγγρους εκτός συνόρων, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό στηρίζουν τον Όρμπαν.
Ουγγαρία: Μια εκλογική πρωτιά δεν εγγυάται κοινοβουλευτική κυριαρχία
Υπό αυτές τις συνθήκες, ακόμη και μια εκλογική πρωτιά δεν εγγυάται κοινοβουλευτική κυριαρχία. Πολύ περισσότερο, χωρίς πλειοψηφία δύο τρίτων, μια νέα κυβέρνηση θα δυσκολευτεί να ανατρέψει το θεσμικό πλαίσιο που έχει οικοδομηθεί τα τελευταία χρόνια. Το Fidesz έχει ενισχύσει τη θέση του μέσα από νόμους που απαιτούν αυξημένες πλειοψηφίες για να αλλάξουν, ενώ πρόσωπα που πρόσκεινται στο κόμμα κατέχουν καίριες θέσεις, από το Συνταγματικό Δικαστήριο μέχρι την εισαγγελία και τις ρυθμιστικές αρχές.
Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και ο ρόλος του προέδρου μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμος. Ο νυν πρόεδρος, που εξελέγη από κοινοβούλιο ελεγχόμενο από το Fidesz, έχει τη δυνατότητα να επιστρέφει νόμους για επανεξέταση ή να τους παραπέμπει στο Συνταγματικό Δικαστήριο, επιβραδύνοντας ή μπλοκάροντας μεταρρυθμίσεις.
Παρόμοια εμπόδια εμφανίστηκαν και στην Πολωνία. Μετά την ήττα του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη το 2023, η νέα κυβέρνηση του Ντόναλντ Τουσκ βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν πρόεδρο που παρέμενε προσκείμενος στο προηγούμενο καθεστώς και μπλόκαρε βασικές μεταρρυθμίσεις, ιδίως στο δικαστικό σύστημα. Η σύγκρουση αυτή περιόρισε την ταχύτητα των αλλαγών και προκάλεσε έντονη πολιτική αντιπαράθεση.
Πώς το Fidesz του Ορμπάν εδραιώσει την επιρροή του
Στην Ουγγαρία, η πρόκληση ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Μετά από 16 χρόνια διακυβέρνησης, το Fidesz έχει εδραιώσει την επιρροή του σε βάθος στο κράτος, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε θεσμική ανατροπή πιο δύσκολη.
Ταυτόχρονα, οι προσδοκίες για ριζική πολιτική αλλαγή παραμένουν συγκρατημένες. Ο Μαγιάρ προέρχεται από τον χώρο της δεξιάς και υπήρξε επί χρόνια μέλος του Fidesz, κάτι που αποτυπώνεται και σε θέσεις του κόμματός του. Το Tisza απορρίπτει, για παράδειγμα, ευρωπαϊκές πολιτικές για το μεταναστευτικό και εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι στην ταχεία ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ.
Το πολιτικό σκηνικό συνολικά παραμένει δεξιόστροφο, με τα βασικά κόμματα που αναμένεται να εκπροσωπηθούν στη Βουλή να κινούνται στον ίδιο ιδεολογικό χώρο. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σε περίπτωση αλλαγής κυβέρνησης, η κατεύθυνση της πολιτικής δεν αναμένεται να μεταβληθεί ριζικά.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το πιθανότερο αποτέλεσμα μιας νίκης του Μαγιάρ δεν είναι μια άμεση μετάβαση σε πλήρη φιλελεύθερη δημοκρατία, αλλά μια σταδιακή αποδυνάμωση του συστήματος που έχει οικοδομήσει ο Όρμπαν. Για πολλούς αναλυτές, αυτό από μόνο του θα αποτελούσε σημαντική αλλαγή, χωρίς όμως να σηματοδοτεί πλήρη ανατροπή του υπάρχοντος μοντέλου διακυβέρνησης.
Πηγή: Lifo με πληροφορίες από Guardian







