Μάθημα ειρήνης: Ο δρ Μιχαλίνος Ζεμπύλας για την κριτική εκπαίδευση για την ειρήνη, τη μνήμη και την κοινωνική πρόοδο

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΗΛΙΑΔΗ

Header Image

Σύμφωνα με τον δρα Ζεμπύλα, «ειρήνη δεν είναι η απουσία σύγκρουσης αλλά η ικανότητα να ζούμε και να μαθαίνουμε μέσα από αυτήν».

 

***«Η έρευνα δείχνει ότι οι μαθητές που συμμετέχουν σε προγράμματα για την ειρήνη αποκτούν μία πιο σύνθετη και λιγότερο μονοδιάστατη κατανόηση της σύγκρουσης»

***«Οι νέοι δυσκολεύονται να συνδεθούν ουσιαστικά με εμπειρίες που τους μεταφέρονται κυρίως ως ‘‘έτοιμα’’ συναισθηματικά σχήματα»

***«Η πραγματικότητα είναι ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν έχουν την πολιτική τόλμη που συνεπάγεται μια ουσιαστική εκπαίδευση για την ειρήνη»

***«Η εκπαίδευση για την ειρήνη δεν είναι αντιφατική με το ‘‘Δεν Ξεχνώ’’. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι ακριβώς επιλέγουμε να μην ξεχνούμε και με ποιον τρόπο θυμόμαστε»

***«Συχνά, τα εκπαιδευτικά συστήματα επιλέγουν μια "ασφαλή" προσέγγιση: Προωθούν γενικές αξίες όπως η ανεκτικότητα και η συνεργασία, αποφεύγοντας τα δύσκολα ή αμφιλεγόμενα ζητήματα»

kateliadi@politis.com.cy

Η πολύ σημαντική διάκριση του καθηγητή Μιχαλίνου Ζεμπύλα, κοσμήτορα της Σχολής Οικονομικών Επιστημών και Διοίκησης του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου, ως του πλέον παραγωγικού ερευνητή διεθνώς στον τομέα της εκπαίδευσης για την ειρήνη, καταγράφεται σε πρόσφατη μελέτη με τίτλο «Mapping global trends in peace education: A bibliometric analysis 2015–2024». Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Journal of Peace Education, αναδεικνύει τη διαρκώς ενισχυόμενη διεθνή παρουσία και επιρροή της έρευνας στον συγκεκριμένο τομέα. 

Το έργο του εστιάζει στην κριτική εκπαίδευση για την ειρήνη, με ιδιαίτερη έμφαση σε μετααποικιακά πλαίσια και σε κοινωνίες που έχουν βιώσει συγκρούσεις. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ανάλυση κατατάσσει την Κύπρο ανάμεσα στις χώρες με τη σημαντικότερη συμβολή παγκοσμίως στην έρευνα για την εκπαίδευση για την ειρήνη, ενώ παράλληλα αναγνωρίζει το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΑΠΚΥ) ως ένα από τα ηγετικά ιδρύματα διεθνώς στον εν λόγω τομέα. Με τον τρόπο αυτό, υπογραμμίζεται ο ρόλος του εν λόγω Πανεπιστημίου ως κομβικού φορέα παραγωγής γνώσης που συμβάλλει στην ειρήνη, τη συμφιλίωση και την κοινωνική πρόοδο.

Μέσω εμπειριών

Μαθαίνεται η ειρήνη, κ. Ζεμπύλα; 

Η ειρήνη, κ. Ηλιάδη, δεν είναι ένα «μάθημα» που προστίθεται στο ωρολόγιο πρόγραμμα αλλά μία σύνθετη κοινωνική και παιδαγωγική πρακτική που διαμορφώνεται μέσα από σχέσεις, συναισθήματα και αφηγήσεις. Με αυτή την έννοια, ναι, την ειρήνη μπορεί να τη «μάθει» κανείς αλλά όχι με τον τρόπο που μαθαίνουμε πληροφορίες ή δεξιότητες. Μαθαίνεται μέσα από εμπειρίες που εμπλέκουν τους νέους και τους ενήλικες ως ηθικά και πολιτικά υποκείμενα, καλώντας τους να διαχειριστούν τη διαφωνία, την αβεβαιότητα και τη δυσφορία, ιδιαίτερα σε χώρες με τραυματικό παρελθόν όπως η Κύπρος.

Αγγίζοντας τα δύσκολα

Πώς γίνεται η εκπαίδευση στην ειρήνη;

Η κριτική «εκπαίδευση για την ειρήνη» (critical peace education) αναγνωρίζει ότι υπάρχουν άνισες σχέσεις εξουσίας, τραύματα, ιστορικές αδικίες και ανταγωνιστικές μνήμες. Η έρευνά μας τόσο στην Κύπρο όσο και σε άλλες διαιρεμένες κοινωνίες (Β. Ιρλανδία, Ισραήλ/Παλαιστίνη, Ν. Αφρική) δείχνει ότι η ουσιαστική συμβολή της εκπαίδευσης για την ειρήνη προκύπτει όταν δημιουργούνται παιδαγωγικοί χώροι όπου οι νέοι και οι ενήλικες μπορούν να εκφράσουν, να αμφισβητήσουν και να επεξεργαστούν τις συναισθηματικές και γνωστικές τους σχέσεις με το παρελθόν, το ιστορικό τραύμα και τη σύγκρουση. Αυτό σημαίνει ότι η δυσφορία, η αμφιβολία -ακόμη και η ίδια η σύγκρουση- δεν είναι εμπόδια αλλά αναγκαία στοιχεία της μάθησης. Η ειρήνη, με άλλα λόγια, δεν είναι η απουσία σύγκρουσης αλλά η ικανότητα να ζούμε και να μαθαίνουμε μέσα από αυτήν. Συχνά, όμως, τα εκπαιδευτικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, επιλέγουν μια «ασφαλή» προσέγγιση: προωθούν γενικές αξίες όπως η ανεκτικότητα και η συνεργασία, αποφεύγοντας τα δύσκολα ή αμφιλεγόμενα ζητήματα. Το αποτέλεσμα είναι μια αποπολιτικοποιημένη, επιφανειακή και συναισθηματική εκδοχή της ειρήνης, που δεν αγγίζει τις βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης.

Ποια είναι η διαφορά τότε της εκπαίδευσης για την ειρήνη με την ιστορική εκπαίδευση;

Η εκπαίδευση για την ειρήνη και η ιστορική εκπαίδευση δεν ταυτίζονται, παρότι συχνά διασταυρώνονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Η ιστορική εκπαίδευση εστιάζει κυρίως στον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε και ερμηνεύουμε το παρελθόν, ενώ η εκπαίδευση για την ειρήνη ενδιαφέρεται περισσότερο για το πώς καλλιεργούνται σχέσεις συνύπαρξης, δημοκρατικού διαλόγου και κοινωνικής δικαιοσύνης στο παρόν και το μέλλον. Ωστόσο, ιδιαίτερα σε διαιρεμένες κοινωνίες όπως η κυπριακή, είναι αναγκαίες οι συνέργειες ανάμεσα στα δύο πεδία, ειδικά όταν προσεγγίζονται αμφιλεγόμενα και δύσκολα ζητήματα που συνδέονται με τη μνήμη, την ταυτότητα και το τραύμα. Παράλληλα, τα πεδία αυτά συναντώνται ουσιαστικά και με άλλες περιοχές της εκπαίδευσης, όπως η εκπαίδευση για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η αγωγή του πολίτη και η αγωγή ζωής, αφού όλα μοιράζονται το κοινό ερώτημα του πώς μπορούμε να μάθουμε να ζούμε μαζί με διαφορές, συγκρούσεις και πολλαπλές αφηγήσεις χωρίς να καταφεύγουμε στον αποκλεισμό ή τη δαιμονοποίηση του «άλλου».

Κυπριακή… αντίφαση

Στην Κύπρο γίνεται εκπαίδευση για την ειρήνη; Σε ποιο επίπεδο και από ποιους; 

Στην Κύπρο υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Από τη μία πλευρά, έχουν αναπτυχθεί σημαντικές πρωτοβουλίες εκπαίδευσης για την ειρήνη, κυρίως μέσα από δικοινοτικά προγράμματα, μη κυβερνητικές οργανώσεις και ευρωπαϊκές συνεργασίες. Προγράμματα όπως το Imagine αλλά και άλλες δράσεις που φέρνουν σε επαφή Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους μαθητές έχουν δημιουργήσει χώρους συνάντησης και διαλόγου που δύσκολα βρίσκονται στην καθημερινότητα του επίσημου σχολείου. Από την άλλη πλευρά, το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει σε μεγάλο βαθμό προσανατολισμένο σε εθνοκεντρικές αφηγήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί που προσπαθούν να ανοίξουν τον διάλογο. Υπάρχουν, και μάλιστα αρκετοί. Όμως, λειτουργούν συχνά στο περιθώριο του συστήματος και όχι με τη στήριξή του. Παρά τις κατά καιρούς ειλικρινείς προσπάθειες που καταβάλλονται από διάφορους φορείς, η πραγματικότητα είναι ότι οι εκάστοτε κυβερνήσεις δεν έχουν την πολιτική τόλμη που συνεπάγεται μια ουσιαστική εκπαίδευση για την ειρήνη, καταφεύγοντας συχνά σε γενικόλογες διακηρύξεις και συνθήματα, χωρίς βαθύτερες τομές. Σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο ισχύει και για την ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, η οποία, παρά ορισμένες θετικές πρωτοβουλίες του παρελθόντος, συνεχίζει να θέτει εμπόδια στην έμπρακτη στήριξη μιας κριτικής και ουσιαστικής εκπαίδευσης για την ειρήνη. Είναι σημαντικό να διευκρινίσω ότι οι διαπιστώσεις αυτές δεν αποτελούν μόνο ευρήματα της έρευνάς μας στην Κύπρο -καταγράφονται συστηματικά στις εκθέσεις του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία, καθώς και στις πρόσφατες, ιδιαίτερα αυστηρές, επιστολές του ειδικού εισηγητή του ΟΗΕ για το Δικαίωμα στην Εκπαίδευση προς τους ηγέτες των δύο πλευρών. Τόσο στις εκθέσεις αυτές όσο και στις σχετικές επιστολές, ασκείται ιδιαίτερα έντονη κριτική και προς τις δύο πλευρές για το γεγονός ότι παρεμποδίζουν το δικαίωμα των παιδιών και των νέων των δύο κοινοτήτων σε μια εκπαίδευση που να καλλιεργεί την ειρηνική συνύπαρξη, παρά το ότι δεσμεύονται από διεθνείς συμβάσεις να διασφαλίζουν ακριβώς αυτό το δικαίωμα.

Εύθραυστες οι αλλαγές

Αν υπάρχουν αυτές οι δυσκολίες που αναφέρετε, ποια είναι τότε τα αποτελέσματα των προσπαθειών που καταβάλλονται προς την κατεύθυνση της εκπαίδευσης για την ειρήνη;

Παρά τα εμπόδια, τα αποτελέσματα των προγραμμάτων εκπαίδευσης για την ειρήνη -και ιδιαίτερα του Imagine- τα τελευταία χρόνια, είναι πολύ ενθαρρυντικά, ιδίως σε επίπεδο στάσεων και συναισθηματικών προσανατολισμών. Η έρευνα δείχνει ότι οι μαθητές που συμμετέχουν σε τέτοια προγράμματα αναπτύσσουν αυξημένη ενσυναίσθηση, είναι πιο πρόθυμοι να αμφισβητήσουν στερεοτυπικές αντιλήψεις και αποκτούν μια πιο σύνθετη και λιγότερο μονοδιάστατη κατανόηση της σύγκρουσης. Ωστόσο, αυτές οι αλλαγές παραμένουν συχνά εύθραυστες, γιατί δεν υποστηρίζονται από μια συνεκτική, συστηματική και διαχρονική εκπαιδευτική πολιτική. Όταν οι εμπειρίες αυτές δεν εντάσσονται οργανικά στο σχολικό περιβάλλον αλλά λειτουργούν αποσπασματικά είναι αναμενόμενο οι θετικές τους επιδράσεις να εξασθενούν με τον χρόνο.

Ποιους νομίζετε ότι εξυπηρετεί αυτή η έλλειψη συστηματικής πολιτικής στην οποία αναφέρεστε;

Αυτή η θεσμική αποσπασματικότητα εξυπηρετεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, εκείνους που στο τέλος της ημέρας δεν επιθυμούν οι μαθητές να καλλιεργήσουν αξίες όπως η ενσυναίσθηση, η κριτική σκέψη και η ικανότητα συνύπαρξης με τη διαφορετικότητα. Πρόκειται, ωστόσο, για αξίες που δύσκολα μπορούν να αμφισβητηθούν -αναφέρονται ρητά μάλιστα σε όλες τις διακηρύξεις των Ηνωμένων Εθνών τις οποίες συνυπογράφει η Κύπρος εδώ και δεκαετίες- και θα ανέμενε κανείς ότι κάθε κοινωνία θα επιδίωκε ενεργά να τις ενισχύσει στα παιδιά και τους νέους της. Δυστυχώς, τα αποτελέσματα της περιθωριοποίησης αυτών των αξιών είναι ήδη ορατά στην καθημερινότητά μας: η οπαδική βία, η καταστροφή σχολικών χώρων, ο φανατισμός αλλά και οι ευρύτερες εκδηλώσεις επιθετικότητας και κοινωνικής πόλωσης δεν είναι άσχετα φαινόμενα. Αντιθέτως, συνδέονται άμεσα με την αδυναμία καλλιέργειας ενσυναίσθησης, την αναπαραγωγή στερεοτύπων και την εδραίωση προκαταλήψεων.

Κριτική, κατανόηση

Άρα, κατά τη γνώμη σας, πώς πρέπει να αναδιαμορφωθεί ο ρόλος της Εκπαίδευσης;

Το σχολείο δεν πρέπει να λειτουργεί απλώς ως αναπαραγωγός αυτών των αφηγήσεων αλλά ως χώρος κριτικής παιδαγωγικής επεξεργασίας. Αυτό σημαίνει να δημιουργούνται συνθήκες όπου οι μαθητές μπορούν να ακούσουν τις μαρτυρίες των προηγούμενων γενεών αλλά ταυτόχρονα να τις τοποθετήσουν σε ένα ευρύτερο ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, να τις συζητήσουν, να τις αμφισβητήσουν και να τις συνδέσουν με άλλες οπτικές. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι να «αποδυναμώσουμε» τη μνήμη για το παρελθόν αλλά να τη μετασχηματίσουμε παιδαγωγικά, ώστε να μην αναπαράγει απλώς το παρελθόν αλλά να ανοίγει δυνατότητες για μια πιο σύνθετη, πολυπρισματική και υπεύθυνη κατανόηση τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος

Ηθική και πολιτική κρίση

Κι αν η πολυπρισματική προσέγγιση θεωρηθεί «εξίσωση ευθυνών»;

Αυτή είναι όντως μια από τις πιο συχνές ανησυχίες. Ωστόσο πρόκειται για παρανόηση. Η πολυπρισματική προσέγγιση δεν σημαίνει ότι όλες οι πλευρές έχουν την ίδια ευθύνη ή ότι όλες οι αφηγήσεις είναι ισοδύναμες. Σημαίνει ότι η κατανόηση της ιστορίας απαιτεί την αναγνώριση της πολυπλοκότητας και των διαφορετικών εμπειριών. Η πρόκληση είναι να διατηρηθεί η ηθική και πολιτική κρίση, χωρίς να καταφεύγουμε σε απλοποιήσεις.

«Δεν Ξεχνώ»

Πώς απαντάτε σε αυτούς που θεωρούν ότι η εκπαίδευση για την ειρήνη είναι αντιφατική με το «Δεν Ξεχνώ»;

Η εκπαίδευση για την ειρήνη δεν είναι αντιφατική με το «Δεν Ξεχνώ». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι ακριβώς επιλέγουμε να μην ξεχνούμε και με ποιον τρόπο θυμόμαστε. Αν το «Δεν Ξεχνώ» σημαίνει τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, της επίγνωσης της βίας, της προσφυγιάς, της απώλειας και του τραύματος, τότε η εκπαίδευση για την ειρήνη όχι μόνο δεν το ακυρώνει αλλά το θεωρεί απαραίτητο. Η ειρήνη χωρίς μνήμη κινδυνεύει να γίνει επιφανειακή συμφιλίωση ή σιωπή απέναντι στην αδικία. Το πρόβλημα προκύπτει όταν το «Δεν Ξεχνώ» μετατρέπεται αποκλειστικά σε μηχανισμό αναπαραγωγής φόβου, εχθρότητας, μνησικακίας ή εθνικής υπεροχής.

Συνεπώς, μνήμη ή ειρήνη;

Η εκπαίδευση για την ειρήνη δεν ζητά να ξεχάσουμε την ιστορία μας -ζητά να τη διδάξουμε με τρόπο κριτικό, πολυπρισματικό και ανθρώπινο. Δηλαδή, να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τον πόνο της δικής μας κοινότητας χωρίς να αρνούμαστε τον πόνο των άλλων. Αυτό δεν αποδυναμώνει τη μνήμη, την ωριμάζει δημοκρατικά και ηθικά. Σε όλες τις κοινωνίες που βίωσαν συγκρούσεις, η μνήμη παραμένει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, συναισθηματικών εντάσεων και πολιτικών αντιπαραθέσεων. Η εκπαίδευση για την ειρήνη προσπαθεί ακριβώς να δημιουργήσει χώρους όπου οι νέοι άνθρωποι μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτή τη δυσκολία χωρίς φανατισμό. Συνεπώς, το δίλημμα δεν είναι «μνήμη ή ειρήνη». Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να καλλιεργήσουμε μορφές μνήμης που να προστατεύουν την αξιοπρέπεια και τη δικαιοσύνη, χωρίς να εγκλωβίζουν το μέλλον σε έναν αέναο κύκλο εχθρότητας.

«Οι νέοι δεν είναι παθητικοί δέκτες αφηγήσεων» 

Ερωτηθείς «πώς οι Ελληνοκύπριοι μαθητές (Δημοτικού και Μέσης Εκπαίδευσης) αντιλαμβάνονται και νιώθουν για το Κυπριακό» αλλά και «πώς συζητούν ζητήματα όπως η τουρκική εισβολή του 1974 και η παρουσία Τουρκοκυπρίων και εποίκων», ο δρ Μιχαλίνος Ζεμπύλας απάντησε ότι «οι Ελληνοκύπριοι μαθητές διαμορφώνουν τις αντιλήψεις τους μέσα από ένα πυκνό πλέγμα αφηγήσεων που εστιάζουν κυρίως στην τουρκική εισβολή του 1974 και τη συνεχιζόμενη κατοχή». Τα συναισθήματα που αναδύονται -θλίψη, θυμός, αίσθημα αδικίας- είναι βαθιά και απολύτως κατανοητά, δεδομένου του ιστορικού βάρους των γεγονότων, πρόσθεσε. «Ωστόσο, η έρευνά μας δείχνει ότι αυτές οι αφηγήσεις είναι συχνά τόσο έντονα συναισθηματικά φορτισμένες ώστε καταλήγουν να λειτουργούν ως το κυρίαρχο -και σε πολλές περιπτώσεις αποκλειστικό- πλαίσιο κατανόησης της σύγκρουσης, επισκιάζοντας άλλες ιστορικές, πολιτικές και κοινωνικές πολυπλοκότητες», συμπλήρωσε ο καθηγητής, ο οποίος είναι ο Ελληνοκύπριος επικεφαλής της δικοινοτικής Τεχνικής Επιτροπής για την Εκπαίδευση.

Πιο συγκεκριμένα;

Με άλλα λόγια, η υπερ-επένδυση στο συναίσθημα, ιδιαίτερα όταν δεν συνοδεύεται από κριτική και πολυπρισματική επεξεργασία, μπορεί να περιορίσει, αντί να διευρύνει, την κατανόηση των νέων. Και εδώ αναδύεται ένα ειρωνικό αλλά σημαντικό εύρημα της έρευνάς μας: για μια νέα γενιά που δεν έχει βιωματική μνήμη των γεγονότων του 1974, αυτές οι έντονα φορτισμένες αφηγήσεις δεν οδηγούν απαραίτητα σε μεγαλύτερη ταύτιση ή κατανόηση. Αντίθετα, συχνά προκαλούν μια μορφή συναισθηματικής αποστασιοποίησης ή ακόμη και σιωπηρής αποστασιοποίησης, καθώς οι νέοι δυσκολεύονται να συνδεθούν ουσιαστικά με εμπειρίες που τους μεταφέρονται κυρίως ως «έτοιμα» συναισθηματικά σχήματα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επιτυγχάνεται το αντίθετο από αυτό που επιδιώκουν όσοι διοργανώνουν σχετικές εκδηλώσεις και δραστηριότητες στα σχολεία: αντί να ενισχύεται η ιστορική κατανόηση και η εμπλοκή, ενδέχεται να αναπαράγεται μια επιφανειακή ή αποστασιοποιημένη σχέση με το παρελθόν.

Και αυτό τι σημαίνει;

Η έρευνα δείχνει ότι οι νέοι δεν είναι παθητικοί δέκτες αυτών των αφηγήσεων. Όταν τους δοθεί ο κατάλληλος παιδαγωγικός χώρος -χώρος για ερωτήσεις, αμφιβολία και διάλογο- είναι σε θέση να αναπτύξουν πιο σύνθετες και πολυδιάστατες προσεγγίσεις. Συζητήσεις γύρω από την παρουσία Τουρκοκυπρίων και εποίκων, για παράδειγμα, συχνά αποκαλύπτουν όχι μόνο εντάσεις αλλά και δυνατότητες βαθύτερου αναστοχασμού. Αν το σχολείο αποφεύγει να τις ανοίξει με παιδαγωγική φροντίδα, τότε οι μαθητές παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μονοδιάστατες αφηγήσεις. Αντίθετα, όταν οι συζητήσεις αυτές ενθαρρύνονται με ευαισθησία και κριτικό βάθος, μπορούν να μετατραπούν σε ισχυρά εργαλεία κατανόησης όχι μόνο του παρελθόντος αλλά και του παρόντος.

Δεν αρκεί η διάθεση

Το πρόγραμμα IMAGINE βασίζεται σε βιωματικά εργαστήρια για την ειρήνη, την καταπολέμηση του ρατσισμού και τα ανθρώπινα δικαιώματα. 

Οι νεαροί έχουν διάθεση επαφής με Τουρκοκυπρίους;

Η διάθεση επαφής υπάρχει αλλά δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε ομοιόμορφη. Πολλοί νέοι εκφράζουν περιέργεια, ενδιαφέρον και ειλικρινή επιθυμία να γνωρίσουν Τουρκοκυπρίους, ιδιαίτερα όταν δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία άμεσης επαφής. Ωστόσο, αυτή η διάθεση συχνά συνυπάρχει με επιφυλάξεις, αμφιθυμίες και στερεοτυπικές αναπαραστάσεις που αντλούνται από το ευρύτερο κοινωνικό, πολιτικό και εκπαιδευτικό περιβάλλον. Οι νέοι δεν μεγαλώνουν σε «ουδέτερο» πλαίσιο -επηρεάζονται από οικογενειακές αφηγήσεις, δημόσιους λόγους, συλλογικές μνήμες και κυρίαρχες ιστορικές αναπαραστάσεις.

Υπάρχουν ρωγμές

Και με εποίκους; Διαχωρίζουν τους Τουρκοκυπρίους από τους εποίκους 2ης και 3ης γενιάς (απογόνους μικτών γάμων Τ/Κ με Τούρκους);

Σε σχέση με τους εποίκους, πράγματι, οι στάσεις τείνουν να είναι πιο αρνητικές και λιγότερο διαφοροποιημένες. Παρ’ όλα αυτά, τα ευρήματα πρόσφατης έρευνάς μας περιπλέκουν αυτή την εικόνα και δείχνουν ότι υπάρχουν ρωγμές σε αυτές τις κυρίαρχες αντιλήψεις. Συγκεκριμένα, μαθητές της έκτης τάξης δημοτικού, όταν συμμετείχαν σε παιδαγωγικές δραστηριότητες που ενθάρρυναν τον διάλογο, την επιχειρηματολογία και την έκφραση αποριών, άρχισαν να προβληματίζονται για τα συνομήλικα παιδιά των εποίκων. Πολλοί από αυτούς τους μαθητές αναγνώρισαν ότι οι συνομήλικοί τους έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει στην κατεχόμενη Κύπρο, γεγονός που τους οδήγησε να βλέπουν την παρουσία τους με ένα πιο σύνθετο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο θετικό πρίσμα. Αυτό το εύρημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό γιατί δείχνει ότι ακόμη και σε μικρές ηλικίες τα παιδιά είναι ικανά να υπερβούν μονοδιάστατες κατηγοριοποιήσεις, όταν τους δοθεί ο κατάλληλος παιδαγωγικός χώρος. Αυτό δεν σημαίνει ότι «αναιρούν» πολιτικές ή ιστορικές θέσεις για την τουρκική εισβολή ή κατοχή αλλά ότι αρχίζουν να διακρίνουν ανάμεσα σε συλλογικές αφηγήσεις και ατομικές εμπειρίες. Αυτό ενισχύει την ανάγκη για μία εκπαίδευση που δεν απλοποιεί αλλά, αντίθετα, ανοίγει χώρο για πολυπλοκότητα, αμφισημία και αναστοχασμό.

Ποιος είναι ο δρ Ζεμπύλας 

Ο δρ Μιχαλίνος Ζεμπύλας σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και στα Πανεπιστήμια του Texas at Austin και του Illinois στην Urbana-Champaign. Εργάστηκε στο Michigan State University και στο Intercollege. Είναι καθηγητής Επιστημών της Αγωγής στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και Honorary Professor, Chair for Critical Studies in Higher Education Transformation στο Nelson Mandela University (Νότια Αφρική), καθώς και επισκέπτης καθηγητής στο Centre for Research in Educational and Social Inclusion του University of South Australia. Το 2023 τού απονεμήθηκε η Έδρα Commonwealth of Learning (COL) Chair για την περίοδο 2023-2026. Tα κυριότερα ερευνητικά ενδιαφέροντα του καθηγητή Ζεμπύλα επικεντρώνονται στη συμβολή των συναισθημάτων σε θέματα θεωρίας και πολιτικής της παιδείας, καθώς και στην ανάπτυξη προγραμμάτων και τη διδασκαλία, ειδικότερα σε συνάρτηση με ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, διαπολιτισμικής αγωγής και εκπαίδευσης για την ειρήνη. Έχει διευθύνει πολλά ερευνητικά και αναπτυξιακά έργα εκπαίδευσης με κρατική, ευρωπαϊκή, διεθνή και ιδιωτική χρηματοδότηση στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Έχει συγγράψει δέκα βιβλία και έχει επιμεληθεί δεκαπέντε άλλα. Είναι μέλος πολλών συντακτικών επιτροπών επιστημονικών περιοδικών. Από το 2020 συγκαταλέγεται στο 2% των κορυφαίων επιστημόνων στο πεδίο του, διεθνώς, με βάση βιβλιομετρικά δεδομένα και έρευνες ακαδημαϊκών του University of Stanford. Κύριες ερευνητικές περιοχές του «Τα συναισθήματα στην Εκπαίδευση», «Ανάπτυξη Προγραμμάτων», «Διαπολιτισμική Εκπαίδευση», «Εκπαίδευση για την Ειρήνη», «Εκπαίδευση για την Κοινωνική Δικαιοσύνη», «Εκπαίδευση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα». Ο δρ Ζεμπύλας είναι ο Ελληνοκύπριος επικεφαλής της δικοινοτικής Τεχνικής Επιτροπής για την Εκπαίδευση.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα