Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την περασμένη Τετάρτη την αίτηση που καταχώρισε, μέσω του δικηγόρου του Ευστάθιου Ευσταθίου, ο τέως ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αββακούμ, Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος, με την οποία επιδίωκε να κηρυχθεί παράνομη η κατακράτηση και, κατ’ επέκταση, η αξιοποίηση τεκμηρίων που λήφθηκαν από τη Μονή και χρησιμοποιήθηκαν στην ποινική υπόθεση εναντίον του.
Ο Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος ζητούσε την ακύρωση μαρτυρικού υλικού που προέκυψε από τρεις ηλεκτρονικές συσκευές, οι οποίες περιείχαν δεδομένα και βίντεο με οπτικοακουστικό υλικό από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής. Συγκεκριμένα, παραδόθηκε το καταγραφικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης (DVR) (τεκμήριο 1), από το οποίο έγινε εξαγωγή των καταγεγραμμένων δεδομένων σε σκληρό δίσκο, ο οποίος στη συνέχεια παραδόθηκε στην ανακριτική ομάδα.
Γιατί απορρίφθηκε
Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση του Αρχιμανδρίτη, υιοθετώντας τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας, όπως αυτή εκφράστηκε από τον Δικηγόρο της Δημοκρατίας Α’, Β. Μπίσσα και την ασκούμενη δικηγόρο, Β. Τσαούση. Η πλευρά της Δημοκρατίας υποστήριξε ότι, από τη στιγμή που τα επίμαχα τεκμήρια παραδόθηκαν οικειοθελώς, μπορούσαν να κατακρατηθούν χωρίς την έκδοση δικαστικού διατάγματος.
Η ποινική υπόθεση
Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε στις 20 Μαΐου, τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν ως εξής:
Στις 8 Μαρτίου 2024, ο Μητροπολίτης Ταμασού και Ορεινής, Ησαΐας Κυκκώτης, προχώρησε σε καταγγελία για διάπραξη οικονομικών αδικημάτων από τον αιτητή, ο οποίος τότε ήταν ηγούμενος της Μονής Οσίου Αββακούμ.
Όπως ανέφερε ο καταγγέλλων, τα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του ύστερα από ενημέρωση που έλαβε από μέλος της αδελφότητας της Μονής, τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα, ο οποίος είχε πρόσβαση στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής. Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, το οπτικοακουστικό σύστημα παρακολούθησης είχε τοποθετηθεί σε διάφορα σημεία της Μονής με γνώση του αιτητή και των υπόλοιπων μελών της αδελφότητας, ενώ πρόσβαση σε αυτό είχαν όλα τα μέλη.
Κατόπιν συνέχισης της παρακολούθησης, έπειτα από οδηγίες του Μητροπολίτη, αποφασίστηκε η διενέργεια εκκλησιαστικών ανακρίσεων βάσει του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου.
Στο πλαίσιο των ανακρίσεων, στις 5 Μαρτίου 2024 παραλήφθηκε κινητή περιουσία από τη Μονή, μεταξύ άλλων και το καταγραφικό του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, το οποίο μεταφέρθηκε στη Μητρόπολη Ταμασού.
Στις 9 Μαρτίου 2024, οι μοναχοί της Μονής, συμπεριλαμβανομένου και του αιτητή, υπέβαλαν καταγγελία εναντίον του Μητροπολίτη και άλλων προσώπων για διάφορα ποινικά αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ 5 και 6 Μαρτίου 2024. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν και αδικήματα που σχετίζονται με παραβίαση του Νόμου 125(Ι)/2018 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων.
Για τη διερεύνηση των καταγγελιών συγκροτήθηκε ειδική αστυνομική ομάδα.
Στο πλαίσιο διερεύνησης των καταγγελλόμενων αδικημάτων, ο Αρχιμανδρίτης Βαρνάβας παρέδωσε οικειοθελώς στην Αστυνομία τρεις ηλεκτρονικές συσκευές, οι οποίες περιείχαν δεδομένα και βίντεο με οπτικοακουστικό υλικό από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της Μονής.
Συγκεκριμένα, παραδόθηκε το καταγραφικό του συστήματος παρακολούθησης (τεκμήριο 1), από το οποίο έγινε εξαγωγή δεδομένων σε σκληρό δίσκο, ο οποίος παραδόθηκε στην ανακριτική ομάδα. Η Αστυνομία προχώρησε επίσης σε αντιγραφή των δεδομένων από τις ηλεκτρονικές συσκευές σε εξωτερικό σκληρό δίσκο (τεκμήριο 2).
Κατά τον έλεγχο των δεδομένων στο Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων (ΔΕΗΔ), διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν καταγραφές με οπτικοακουστικό υλικό, κυρίως από εσωτερικές κάμερες στο γραφείο του αιτητή, όπου πραγματοποιούσε συναντήσεις με διάφορα πρόσωπα.
Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, στο υλικό περιλαμβάνονται ακόμη και εξομολογήσεις, ενώ ορισμένα από τα πρόσωπα που εμφανίζονται στα βίντεο επιβεβαίωσαν τις συναντήσεις τους με τον αιτητή.
Οι δύο σκληροί δίσκοι παραδόθηκαν τελικά στην ανακριτική ομάδα για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης.







