Η πρόσφατη απόπειρα φόνου στη Λεμεσό με δράστη αστυνομικό, ο οποίος πυροβόλησε τη σύζυγό του και στη συνέχεια έθεσε τέλος στη ζωή του, επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από τα κριτήρια αξιολόγησης και την ψυχολογική καταλληλότητα των αστυνομικών που φέρουν υπηρεσιακό οπλισμό. Το θέμα αναμένεται να απασχολήσει και τη Βουλή, ενώ ήδη κατατίθενται εισηγήσεις για αυστηροποίηση της διαδικασίας. Προς αυτή την κατεύθυνση, ο πρόεδρος του Κλάδου Αστυνομικού Σώματος της συντεχνίας «Ισότητα», Νίκος Λοϊζίδης, εισηγείται όπως η ανανέωση της πιστοποίησης κατοχής υπηρεσιακού οπλισμού πραγματοποιείται ανά τριετία αντί ανά πενταετία που ισχύει σήμερα και παράλληλα να συνοδεύεται από ψυχολογική αξιολόγηση, διαδικασία που σήμερα δεν προβλέπεται.
Δεν οπλοφορούν όλοι
Η εντύπωση ότι όλοι οι αστυνομικοί οπλοφορούν είναι λανθασμένη. Κατά την εκτέλεση των συνήθων καθηκόντων τους, τα μέλη της Αστυνομίας δεν υποχρεούνται να φέρουν υπηρεσιακό οπλισμό. Μάλιστα, η σχετική αστυνομική διάταξη που διέπει τις άδειες οπλοφορίας και μεταφοράς όπλων, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2024, προβλέπει ρητά ότι η μεταφορά υπηρεσιακού όπλου σε μέρη και υπό περιστάσεις που δεν είναι αναγκαίες πρέπει να αποφεύγεται.
Η οπλοκατοχή
Η κατοχή και χρήση υπηρεσιακού οπλισμού προϋποθέτει την απόκτηση πιστοποιητικού ικανότητας, το οποίο επιβεβαιώνει ότι το μέλος της Δύναμης διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες χειρισμού. Η άδεια αυτή ανανεώνεται κάθε πέντε χρόνια από τον διοικητή της ΜΜΑΔ. Ωστόσο, η διαδικασία ανανέωσης δεν περιλαμβάνει ψυχομετρική εξέταση ή αξιολόγηση, αλλά επικεντρώνεται στην επιχειρησιακή επάρκεια και στη σωστή χρήση του όπλου.
Οι περισσότεροι αστυνομικοί φέρουν υπηρεσιακό οπλισμό μόνο κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους. Η συγκεκριμένη πρακτική ίσχυε και στην περίπτωση του αυτόχειρα αστυνομικού της Λιμενικής, ο οποίος είχε εμπλακεί στο φονικό περιστατικό στη Λεμεσό. Παράλληλα, στελέχη της Δύναμης έχουν εξουσιοδότηση να φέρουν όπλο και εκτός υπηρεσίας. Αυτό αφορά είτε μέλη που υπηρετούν σε ειδικές ή νευραλγικές μονάδες, είτε περιπτώσεις όπου έχει αξιολογηθεί αυξημένος προσωπικός κίνδυνος. Οι σχετικές εγκρίσεις δίνονται από τους αρμόδιους αστυνομικούς διευθυντές ή διοικητές, μετά από εισήγηση των άμεσα προϊσταμένων. Ο οπλισμός που παραχωρείται σε αυτές τις περιπτώσεις είναι κυρίως πιστόλια ή περίστροφα, ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν συντρέχουν σοβαροί λόγοι ασφαλείας, μπορεί να εγκριθεί διαφορετικού τύπου οπλισμός.
Με όπλα επί 24ώρου βάσεως
Σύμφωνα με την υπό αναφορά αστυνομική διάταξη, δικαίωμα μεταφοράς προσωπικού οπλισμού, ακόμη και εκτός υπηρεσίας, έχουν συγκεκριμένες κατηγορίες μελών της Αστυνομίας. Πρόκειται για αστυνομικούς, οι οποίοι:
- Εκτελούν καθήκοντα ασφάλειας προσωπικοτήτων και δεν παρουσιάζονται για ανάληψη υπηρεσίας σε σταθμό ή άλλη αστυνομική υπηρεσία.
- Έχουν ως καθήκον την ασφάλεια ή τη συνοδεία του Προέδρου της Δημοκρατίας και του προέδρου της Βουλής.
- Είναι επιφορτισμένοι με την ασφάλεια της ηγεσίας της Αστυνομίας, ενώ παράλληλα και τα ίδια τα μέλη της ηγεσίας οπλοφορούν.
- Υπηρετούν σε συγκεκριμένα επιχειρησιακά τμήματα και υπηρεσίες, όπως η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών, το Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος, το Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων, η ΜΜΑΔ, ο Ουλαμός Πρόληψης Εγκλημάτων, η Υπηρεσία Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών, η Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, καθώς και οι πρώτοι ανταποκριτές σε ένοπλα περιστατικά.
- Διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο ή δέχονται απειλές λόγω της αστυνομικής τους ιδιότητας ή/και των καθηκόντων που εκτελούν ή εκτελούσαν στο παρελθόν. Τα μέλη αυτά, δύνανται για λόγους προσωπικής ασφάλειας να μεταφέρουν υπηρεσιακό οπλισμό τόσο κατά τη διάρκεια του καθήκοντός τους όσο και εκτός υπηρεσίας. Για να εκδοθεί η συγκεκριμένη άδεια, το μέλος της Αστυνομίας θα πρέπει να υποβάλει αίτημα προς την Επιτροπή Έκδοσης Οπλισμού για Προσωπική Ασφάλεια, την οποία αποτελούν ο υπαρχηγός Αστυνομίας (πρόεδρος), ο βοηθός αρχηγός Πρόληψης και Καταπολέμησης Εγκλήματος και ο διευθυντής της Υπηρεσίας Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών.
Απαγορεύεται η επίδειξη
Όταν μέλη της Αστυνομίας οπλοφορούν με πολιτική ενδυμασία, οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε ο υπηρεσιακός οπλισμός να μην είναι εμφανής. Σύμφωνα με την αστυνομική διάταξη, απαγορεύεται αυστηρά η επιδεικτική συμπεριφορά ή η δημόσια προβολή του υπηρεσιακού οπλισμού από μέλη που φέρουν πολιτική περιβολή.
Ανάκληση άδειας οπλοφορίας
Σύμφωνα με την αστυνομική διάταξη, κάθε χρόνο ή και έκτακτα, εφόσον οι συνθήκες το απαιτούν, ο οικείος αστυνομικός διευθυντής ή διοικητής επανεξετάζει κάθε περίπτωση που αφορά την ανάγκη έκδοσης υπηρεσιακού οπλισμού και υποβάλλει στον αρχηγό Αστυνομίας ονομαστικό κατάλογο των μελών στα οποία έχει χορηγηθεί προσωπική άδεια οπλοφορίας διαρκείας.
Η άδεια οπλοφορίας ανακαλείται και το επηρεαζόμενο μέλος της Αστυνομίας υποχρεούται να παραδίδει τον οπλισμό, τα πυρομαχικά και τα παρελκόμενά του στον αποθηκάριο της οικείας επαρχίας ή μονάδας, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
Όταν αποτύχει στην εξέταση για απόκτηση πιστοποιητικού ικανότητας κατοχής και χρήσης υπηρεσιακού οπλισμού ή όταν το πιστοποιητικό του ανασταλεί για οποιοδήποτε λόγο.
Όταν μετατεθεί σε καθήκοντα για τα οποία δεν απαιτείται η κατοχή προσωπικού οπλισμού.
Πριν από την αποχώρησή του από την Αστυνομία, δηλαδή με την έναρξη άδειας απουσίας, μετά την έγκριση αίτησης παραίτησης, προαφυπηρετικής άδειας, άδειας μετά από υποχρεωτική παραίτηση ή απόλυση.
Να εξετάζονται από ψυχολόγους
Αναφερόμενος στην κατοχή υπηρεσιακού οπλισμού, ο πρόεδρος του Κλάδου Αστυνομικού Σώματος της Συντεχνίας «Ισότητα», Νίκος Λοϊζίδης, δήλωσε στο ΚΥΠΕ ότι οι αστυνομικοί ανανεώνουν κάθε πέντε χρόνια την πιστοποίησή τους για τη χρήση υπηρεσιακού όπλου. Όπως διευκρίνισε, η διαδικασία αφορά αποκλειστικά τις τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες χειρισμού και δεν περιλαμβάνει ψυχολογική αξιολόγηση. Επί τούτου, εισηγείται όπως η ανανέωση της άδειας οπλοφορίας πραγματοποιείται συχνότερα, κάθε τρία αντί πέντε χρόνια, και να συνοδεύεται από σύντομη συνέντευξη ή αξιολόγηση από ψυχολόγους της Αστυνομίας. «Θα μπορούσε, αντί η ανανέωση να γίνεται κάθε πέντε χρόνια, να γίνεται κάθε τρία και να υπάρχει ταυτόχρονα μία μορφή συνέντευξης, ώστε οι ψυχολόγοι του κλάδου ανθρώπινου δυναμικού να μπορούν να διαπιστώνουν αν υπάρχει οποιαδήποτε ψυχολογική υπερφόρτωση ή πρόβλημα στην ψυχική διαύγεια του κάθε αστυνομικού», ανέφερε.






