Γράφει η Άντρια Γεωργίου και η Μιράντα Λυσάνδρου
Αν το ζητούμενο για τον περίγυρο είναι να αναγνωρίσει εγκαίρως τα σημάδια της βίας και να στηρίξει μια γυναίκα ώστε να νιώσει ασφαλής να μιλήσει, το επόμενο ερώτημα αφορά το ίδιο το σύστημα. Τι γίνεται όταν η γυναίκα μιλήσει; Όταν ζητήσει βοήθεια; Πώς διασφαλίζεται ότι η καταγγελία ή η ενεργοποίηση ενός μηχανισμού προστασίας δεν θα μείνει χωρίς αντίκρισμα;
Η δρ Στέλλα Κατσαρή, κλινική ψυχολόγος, αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου και μέλος του Εθνικού Συντονιστικού Φορέα για τη Βία κατά των Γυναικών, επισημαίνει ότι η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στην καταγραφή περιστατικών, στις ανακοινώσεις αποτροπιασμού ή στην απαρίθμηση δράσεων. Όπως τονίζει, «οι θεσμοί πρέπει να περάσουν από τις γενικές διαπιστώσεις στην ουσιαστική αυτοκριτική, εξετάζοντας «τι δεν λειτουργεί αποτελεσματικά και γιατί».
Η ενδυνάμωση της γυναίκας, σημειώνει, αποτελεί βασική επιστημονική αρχή στη διαχείριση της βίας. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά τη θεσμική ευθύνη των επαγγελματιών και των αρμόδιων υπηρεσιών. «Δεν αρκεί να πούμε σε μια γυναίκα "πάτησε το κουμπί"», αναφέρει χαρακτηριστικά. Το κρίσιμο είναι τι κάνει το σύστημα όταν εκείνη μιλήσει, όταν ζητήσει βοήθεια και όταν ο κίνδυνος είναι ήδη ορατός.
Λογοδοσία
Η δρ Κατσαρή υπογραμμίζει πως η συζήτηση πρέπει να μετατοπιστεί, από το πόσες δράσεις έγιναν, στο κατά πόσο αξιολογήθηκαν, αν άλλαξαν τον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών και αν τελικά βελτίωσαν την προστασία των γυναικών και των παιδιών τους. «Η λογοδοσία δεν αποδυναμώνει τους θεσμούς. Αντίθετα, είναι προϋπόθεση για να γίνουν αποτελεσματικότεροι», σημειώνει.
Πρόσβαση σε όπλο
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει η δρ Κατσαρή στους παράγοντες κινδύνου, ειδικά όταν ο δράστης, λόγω του επαγγέλματός του, έχει πρόσβαση σε υπηρεσιακό οπλισμό. Η πρόσβαση σε πυροβόλο όπλο, εξηγεί, «δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ουδέτερη πληροφορία», καθώς αποτελεί επιστημονικά τεκμηριωμένο δείκτη επικινδυνότητας και λαμβάνεται υπόψη σε διεθνώς αναγνωρισμένα εργαλεία αξιολόγησης κινδύνου.
Αυτό σημαίνει ότι οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες οφείλουν να το συνυπολογίζουν και να λαμβάνουν τα αναγκαία προληπτικά μέτρα. Στην πράξη, μεταφράζεται σε συστηματικές διαδικασίες πρόληψης, συνεχή αξιολόγηση της καταλληλότητας για οπλοφορία και ουσιαστική ψυχολογική υποστήριξη των επαγγελματιών που υπηρετούν σε απαιτητικά περιβάλλοντα.
Την ίδια ώρα, η επαγγελματική ιδιότητα του δράστη μπορεί να επηρεάσει και τη συμπεριφορά του θύματος. Η πρόσβαση σε όπλο, η αντίληψη αυξημένης εξουσίας και ο φόβος απέναντι στη θεσμική ιδιότητα του δράστη ενδέχεται να ενισχύσουν τις δυναμικές ελέγχου και να μειώσουν την πιθανότητα αποκάλυψης της βίας ή αναζήτησης βοήθειας.
Η βία, προσθέτει, δεν είναι ομοιογενές φαινόμενο. Έχει διαβάθμιση ως προς τη μορφή, τη συχνότητα, την ένταση, τη σοβαρότητα και την εξέλιξή της στον χρόνο. Γι’ αυτό και η αξιολόγηση κινδύνου δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν υπήρξε ένα περιστατικό αλλά πρέπει να εξετάζει το συνολικό μοτίβο. Η γυναικοκτονία, όπως επισημαίνει, είναι συνήθως το τελικό στάδιο μιας πορείας συνεχούς κλιμάκωσης.
Παρακολούθηση θυτών
Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή ΕΛΠΙΣ, το κυπριακό panic button, η δρ Κατσαρή αναγνωρίζει ότι αποτελεί χρήσιμο εργαλείο. Ξεκαθαρίζει ωστόσο ότι μια εφαρμογή δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένη πολιτική προστασίας. «Η προστασία των θυμάτων δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν μια γυναίκα θα προλάβει να πατήσει ένα κουμπί».
Στο πλαίσιο αυτό, υποδεικνύει την ανάγκη να προχωρήσει η ηλεκτρονική παρακολούθηση θυτών που υπόκεινται σε προστατευτικά διατάγματα, ώστε να υπάρχει άμεση ειδοποίηση όταν παραβιάζονται οι περιορισμοί που επέβαλε το δικαστήριο. Παράλληλα, σημειώνει ότι η αξιολόγηση κινδύνου που διενεργεί η Αστυνομία σε κάθε περιστατικό βίας πρέπει να συνοδεύει την αίτηση προς το δικαστήριο και να μην αντιμετωπίζεται σαν τυπική διαδικασία ή σαν «ημιτελές έγγραφο» στον ποινικό φάκελο.
Αναφερόμενη στο Σπίτι της Γυναίκας, σημειώνει ότι αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις που πρέπει να επιλυθούν άμεσα. Η φιλοσοφία του βασίζεται στον συντονισμό όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών κάτω από την ίδια στέγη, ώστε το θύμα να λαμβάνει ολοκληρωμένη υποστήριξη και να μην μετακινείται από υπηρεσία σε υπηρεσία αναζητώντας βοήθεια. Για την ίδια, η προστασία των θυμάτων δεν κρίνεται από τις ανακοινώσεις μετά από μια γυναικοκτονία. Κρίνεται από το αν οι θεσμοί λειτούργησαν έγκαιρα πριν από αυτήν.






