Προβλήματα που, αντί να λύνονται, διογκώνονται και βαραίνουν ολοένα και περισσότερο την καθημερινότητα των ανθρώπων της θάλασσας. Οι καλές ψαριές λιγοστεύουν, τα έξοδα αυξάνονται και το μεροκάματο γίνεται όλο και πιο αβέβαιο, την ώρα που οι ίδιοι αισθάνονται πως μένουν χωρίς ουσιαστική στήριξη. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το ερώτημα που τίθεται δεν είναι μόνο πώς θα βγει η επόμενη μέρα αλλά αν το επάγγελμα μπορεί να επιβιώσει και τα επόμενα χρόνια.
Αυτή την εικόνα, που οι ψαράδες περιγράφουν εδώ και καιρό στα λιμάνια, έρχεται να καταγράψει και με στοιχεία η πρόσφατη έρευνα της Oceana. Η έκθεση βασίζεται σε επιτόπια έρευνα με 47 επαγγελματίες αλιείς σε έξι αλιευτικά καταφύγια της Κύπρου και πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο. Επιχειρεί να αποτυπώσει πώς εφαρμόζεται στην πράξη η Κοινή Αλιευτική Πολιτική (ΚΑΠ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η θάλασσα δεν είναι όπως πριν
Το πρώτο και πολύ σημαντικό μήνυμα που απορρέει από την έρευνα αφορά τη μείωση των αλιευμάτων. Οι ψαράδες μιλούν για μια σταθερή υποχώρηση των αποθεμάτων και για την εξαφάνιση παραδοσιακών εμπορικών ειδών με περίπου το 72% των ερωτηθέντων να αναγνωρίζει ως βασική πρόκληση τη μείωση των αποθεμάτων ή την έλλειψη ψαριών. Είναι ένα εύρημα που επιβεβαιώνει αυτό που ακούγεται εδώ και χρόνια στα αλιευτικά καταφύγια, ότι δηλαδή η θάλασσα δεν «προσφέρει» πια όπως παλιά. Οι ίδιοι συνδέουν την εξέλιξη αυτή με τη μακροχρόνια αλιευτική πίεση αλλά και με την ανεπαρκή προστασία των περιοχών αναπαραγωγής και εκτροφής. Δεν είναι τυχαίο ότι στην ίδια την έκθεση καταγράφεται χαρακτηριστικά η φράση πως «τα αλιεύματα μειώνονται και εξαφανίζονται επειδή η αναπαραγωγή δεν προστατεύεται».
Την ίδια ώρα, σχεδόν καθολική είναι η απογοήτευση απέναντι στην κρατική ανταπόκριση. Σε όλα τα λιμάνια, σχεδόν όλοι οι αλιείς που συμμετείχαν στην έρευνα, ποσοστό 96%, δηλώνουν ότι τα μέτρα της κυβέρνησης δεν επαρκούν. Οι ίδιοι μιλούν για ολιγωρία στον έλεγχο και στην επιβολή των υφιστάμενων κανόνων αλλά και για έλλειψη αποτελεσματικής διοικητικής υποστήριξης απέναντι στις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις που βιώνουν.
Δεν λένε «όχι» στα μέτρα
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας είναι ότι, παρά την απογοήτευσή τους, οι αλιείς δεν αντιτίθενται στα μέτρα διατήρησης που επιβάλλει η ΚΑΠ. Αντίθετα, σε μεγάλο βαθμό τα στηρίζουν, αρκεί να είναι δίκαια, αποτελεσματικά και να εφαρμόζονται σωστά. Το 94% δηλώνει ότι υποστηρίζει τον περιορισμό ή και την απαγόρευση αλιευτικών εργαλείων σε ευαίσθητους οικοτόπους, το 98% θεωρεί ότι η καλύτερη προστασία των οικοτόπων μπορεί με τον χρόνο να βελτιώσει τα αποθέματα, ενώ το 57% θεωρεί σημαντική τη μείωση των ανεπιθύμητων αλιευμάτων. Ακόμη και στο ζήτημα των ορίων αλιευτικής ικανότητας το 62% τάσσεται θετικά, παρότι αρκετοί σημειώνουν ότι τέτοια μέτρα μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια και την άνεση στη δουλειά τους. Μάλιστα αρκετοί εμφανίζονται θετικοί ακόμη και σε εποχικές απαγορεύσεις, αρκεί να συνοδεύονται από ουσιαστική οικονομική στήριξη.
«Πρέπει να υπάρχουν απαγορεύσεις για συγκεκριμένους μήνες. Για παράδειγμα, το Μάρτιο, τον Απρίλιο και τον Μάιο, που είναι οι μήνες αναπαραγωγής... Και πρέπει να λένε ξεκάθαρα: «θα σας αποζημιώσουμε ώστε να μην βγείτε για ψάρεμα», για να μπορούν τα ψάρια να αναπαραχθούν...”», αναφέρεται.
Κλιματική αλλαγή και ξενικά είδη
Από εκεί και πέρα, η έρευνα περνά στις περιβαλλοντικές πιέσεις που επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Περίπου το 68% των ερωτηθέντων ανέφερε είτε την κλιματική αλλαγή είτε τα ξένα είδη ως παράγοντες που επηρεάζουν άμεσα τις συνθήκες αλιείας, με σημαντική επικάλυψη ανάμεσα στα δύο. Οι ίδιοι οι αλιείς θεωρούν ότι τα ζητήματα αυτά είναι αλληλένδετα, καθώς η αύξηση της θερμοκρασίας των υδάτων εκτιμούν ότι διευκολύνει την εξάπλωση ξένων ειδών, επιδεινώνοντας τόσο την οικολογική όσο και την οικονομική πίεση. Παράλληλα, περίπου το 43% χαρακτήρισε και τη ρύπανση ως παράγοντα που συμβάλλει στην υποβάθμιση του οικοσυστήματος, κάνοντας αναφορά σε απορρίψεις στις παράκτιες περιοχές, σε διαρροές από γεωργικές εκτάσεις, στην υδατοκαλλιέργεια και στη ρύπανση που συνδέεται με τον τουρισμό.
Στο κεφάλαιο των ξενικών ειδών περίπου το 85% των αλιέων ζητά τη λήψη μέτρων από την κυβέρνηση, με τους ίδιους να σημειώνουν ότι η ασυνεπής διαχείριση των προγραμμάτων απομάκρυνσης των ξένων ειδών μέσα στις θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές αποδυναμώνει τον αντίκτυπο της διατήρησης. Η έκθεση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, εκτός από την περιοχή του Κάβο Γκρέκο όπου γίνεται απομάκρυνση λαγοκέφαλων, οι περισσότερες θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές δεν διαθέτουν αντίστοιχα προγράμματα, με αποτέλεσμα η εξάπλωση των ξένων ειδών να συνεχίζεται. Με απλά λόγια, οι αλιείς λένε ότι το πρόβλημα είναι εδώ, το βλέπουν κάθε μέρα αλλά η αντιμετώπισή του παραμένει αποσπασματική.
Ο κλάδος γερνά
Η αλιεία στην Κύπρο γερνά και αυτό αποτυπώνεται καθαρά στα στοιχεία αφού το 64% των ερωτηθέντων είναι ηλικίας 55 ετών και άνω, ενώ μόλις το 2% βρίσκεται στην ηλικιακή ομάδα 25-34 ετών. Την ίδια ώρα, περίπου επτά στους δέκα δηλώνουν ανησυχία για το αν θα υπάρξει συνέχεια στο επάγγελμα, με την έκθεση να κάνει λόγο για «ανεπαρκή ανανέωση των γενεών, παρά το γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη συσσωρευμένη εμπειρία, αφού περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες έχουν πάνω από 30 χρόνια στη θάλασσα».
Διοικητικά βάρη
Στο οικονομικό πεδίο η εικόνα παραμένει πιεστική, με το κόστος να αυξάνεται χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των εσόδων. Τα αλιευτικά εργαλεία, και ιδιαίτερα τα δίχτυα, είναι δαπανηρά, ενώ η συντήρησή τους απαιτεί χρόνο και εργασία, περιορίζοντας τις διαθέσιμες ημέρες για αλιεία.
Παράλληλα, καταγράφεται δυσαρέσκεια για την περιορισμένη πρόσβαση σε είδη που υπόκεινται σε ποσοστώσεις, όπως ο τόνος, τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν στη συμπλήρωση του εισοδήματος.
Ιδιαίτερο βάρος αποδίδεται και στο διοικητικό πλαίσιο, το οποίο χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, καθώς και από αντικίνητρα που επηρεάζουν την ακριβή καταγραφή των αλιευμάτων.
Την ίδια ώρα, επισημαίνεται ότι υπάρχουν ορισμένα μέτρα στήριξης, κυρίως για ζημιές σε εξοπλισμό και για την αλίευση ξενικών ειδών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον λαγοκέφαλο, για τον οποίο προβλέπεται αποζημίωση περίπου τριών ευρώ ανά κιλό.
Καθυστερήσεις και υψηλό κόστος
Η έρευνα συνεχίζει με ένα ακόμη κεφάλαιο που αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα των ψαράδων, τη συσσώρευση πιέσεων κόστους. Το 70% αναφέρει μεγάλες καθυστερήσεις στη λήψη αποζημιώσεων, το 47% συχνές ζημιές στα εργαλεία από προστατευόμενη μεγαπανίδα όπως δελφίνια, χελώνες και φώκιες, ενώ το 75% δηλώνει ότι οι αποζημιώσεις για τέτοιες ζημιές δεν είναι πάντα διαθέσιμες. Παράλληλα, το 51% κάνει λόγο για υψηλές λειτουργικές δαπάνες, από καύσιμα και δολώματα μέχρι αλιευτικά εργαλεία και ΦΠΑ.
Οι συστάσεις
Στο τελευταίο μέρος, η έκθεση περνά στις συστάσεις προς το αρμόδιο υπουργείο και τα μηνύματα είναι αρκετά ξεκάθαρα. Όπως υποδεικνύεται:
Ζητούμενο είναι να εφαρμοστούν στην πράξη οι κανόνες που ήδη υπάρχουν και να υπάρξει πιο ουσιαστική συνεργασία με τους ίδιους τους αλιείς, οι οποίοι ζητούν να αντιμετωπίζονται ως συνεργάτες και όχι απλώς ως αποδέκτες αποφάσεων.
Θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην ανάγκη αποκατάστασης των αποθεμάτων και καλύτερης προστασίας των κρίσιμων οικοτόπων αλλά και στη διαχείριση ζητημάτων που επηρεάζουν άμεσα το εισόδημα, όπως τα ξενικά είδη και οι περιορισμοί στην αλιεία. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην ανάγκη για δίκαιη και συνεπή εφαρμογή των κανόνων σε όλες τις δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της ερασιτεχνικής αλιείας.
- Χωρίς μείωση της γραφειοκρατίας και χωρίς πιο ουσιαστική στήριξη του εισοδήματος, ο κλάδος δύσκολα θα μπορέσει να επιβιώσει.






