Η πορεία της Κύπρου προς την ένταξη στη Ζώνη Σένγκεν παρουσιάζεται συχνά μέσα από τα οφέλη που θα προκύψουν για την Κυπριακή Δημοκρατία και τους πολίτες της. Ωστόσο, στην άλλη πλευρά της Πράσινης Γραμμής, η διαδικασία προκαλεί αβεβαιότητα και ανησυχία σε ομάδες Τουρκοκυπρίων των οποίων το νομικό και διοικητικό καθεστώς παραμένει εδώ και χρόνια σε εκκρεμότητα. Και αυτή η υπόθεση επηρεάζεται από την πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στο νησί λόγω της τουρκικής κατοχής.
Ιδιαίτερα έντονος είναι ο προβληματισμός μεταξύ των παιδιών μεικτών γάμων, τα οποία έχουν έναν Τουρκοκύπριο και έναν Τούρκο γονέα και, σε αρκετές περιπτώσεις, δεν έχουν λάβει την υπηκοότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κάποιοι από αυτούς διαθέτουν πιστοποιητικά γέννησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ή βρίσκονται καταχωρημένοι στο αρχείο πληθυσμού, χωρίς όμως να κατέχουν κυπριακή ταυτότητα ή διαβατήριο. Άλλα χρησιμοποιούν για τη διέλευσή τους από τα οδοφράγματα έγγραφα που εκδίδονται από το μη αναγνωρισμένο καθεστώς στα κατεχόμενα.
Τα ερωτήματα που τους απασχολούν αφορούν τόσο τη μελλοντική λειτουργία των σημείων διέλευσης όσο και τη δυνατότητα μετακίνησης των προσώπων αυτών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εκπρόσωποι των επηρεαζόμενων ομάδων υποστηρίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν παρουσιάσει μέχρι σήμερα ένα σαφές και δημόσια προσβάσιμο σχέδιο. Ζητούν διάλογο με την κυβέρνηση, προειδοποιώντας ότι η απουσία συγκεκριμένων ρυθμίσεων ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην καθημερινή διακίνηση, στην οικογενειακή ζωή και στην πρόσβαση των Τουρκοκυπρίων στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Σουντέ Ντογάν: «Η διαδικασία στερείται διαφάνειας»
Η Σουντέ Ντογάν, μέλος της οργάνωσης Karma Evlilik Sorunu Çözüm Hareketi (Κίνημα για τη Λύση των Προβλημάτων από τους Μεικτούς Γάμους), η οποία δραστηριοποιείται για την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα παιδιά μεικτών γάμων, χαρακτηρίζει το ζήτημα κρίσιμο και θεωρεί ότι έχει σε μεγάλο βαθμό παραβλεφθεί κατά τη διαδικασία ένταξης της Κύπρου στη Ζώνη Σένγκεν.
«Παρόλο που ελπίζουμε ότι θα εφαρμοστούν λογικές ρυθμίσεις, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή διέλευση των παιδιών από μεικτούς γάμους, η πραγματικότητα είναι ότι η διαδικασία στερείται διαφάνειας. Υπάρχουν αρκετά πιεστικά ερωτήματα, στα οποία το Υπουργείο Εξωτερικών και οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν δώσει απαντήσεις», αναφέρει.
Σύμφωνα με την ίδια, ένα από τα βασικότερα ζητήματα αφορά τα μη αναγνωρισμένα έγγραφα που χρησιμοποιούν σήμερα πολλά παιδιά μεικτών γάμων.
«Δεν διαθέτουν όλα τα παιδιά από μεικτούς γάμους αναγνωρισμένη υπηκοότητα. Πολλά κατέχουν μόνο “δελτία ταυτότητας της τδβκ” και σήμερα βασίζονται σε αυτά για τη διέλευσή τους από τα οδοφράγματα. Πώς ακριβώς θα επηρεάσει η ένταξη στη Ζώνη Σένγκεν τη δυνατότητά τους να διακινούνται;»
Η κ. Ντογάν θέτει παράλληλα το ζήτημα του καθεστώτος που θα ισχύσει μετά την ένταξη, εφόσον στα συγκεκριμένα πρόσωπα επιτραπεί να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν μη αναγνωρισμένα έγγραφα στα σημεία διέλευσης.
«Εάν υποθέσουμε ότι στα συγκεκριμένα άτομα θα συνεχίσει να επιτρέπεται η διέλευση από τα σημεία ελέγχου με τη χρήση ταυτοτήτων της “τδβκ”, τότε δημιουργείται ένα σοβαρό νομικό και δικαιοδοτικό παράδοξο. Η διακίνηση εντός της Ζώνης Σένγκεν σημαίνει ότι δεν διενεργούνται συστηματικοί έλεγχοι διαβατηρίων στα εσωτερικά σύνορα. Δηλαδή αυτό θα σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα άτομα θα μπορούν να ταξιδεύουν σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή Ζώνη Σένγκεν χρησιμοποιώντας μη αναγνωρισμένα έγγραφα ταυτοποίησης;»
Η ίδια εκτιμά ότι, όταν γίνεται λόγος για την ένταξη της Κύπρου στη Ζώνη Σένγκεν, το συγκεκριμένο ζήτημα δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως ένας ανυπέρβλητος γρίφος συνοριακής ασφάλειας.
«Η πραγματικότητα είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα αυτών των παιδιών μεικτών γάμων διαθέτει ήδη πιστοποιητικό γέννησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ή έχει δικαίωμα να το αποκτήσει. Είναι ήδη καταχωρημένα στο σύστημα. Οι αρχές διαθέτουν την ψηφιακή και διοικητική υποδομή για να επιλύσουν το ζήτημα ακόμη και άμεσα, χωρίς να παραβιάσουν τους κανόνες της Σένγκεν και χωρίς να δημιουργήσουν ένα σκληρό σύνορο».
Όπως υποστηρίζει, επειδή τα συγκεκριμένα πρόσωπα είναι ήδη εγγεγραμμένα στο αρχείο πληθυσμού, η κυβέρνηση θα μπορούσε να τους εκδίδει ευρωπαϊκό «Δελτίο Διαμονής Μέλους Οικογένειας Πολίτη της Ένωσης», στη βάση του σχετικού ευρωπαϊκού νομικού πλαισίου.
Διευκρινίζει, ωστόσο, ότι επειδή οι Τουρκοκύπριοι και τα παιδιά μεικτών γάμων κατά κανόνα δεν είναι κάτοικοι των περιοχών που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα ειδικά προσαρμοσμένο καθεστώς, βασισμένο στο ίδιο ευρωπαϊκό νομικό προηγούμενο, το οποίο θα έφερε την ονομασία «Green Line Family Pass» – «Οικογενειακό Δελτίο Διέλευσης της Πράσινης Γραμμής».
«Πρόκειται για ένα καθιερωμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο, το οποίο προστατεύει την ενότητα της οικογένειας και επιτρέπει την απρόσκοπτη διακίνηση», αναφέρει.
Εναλλακτικά, εισηγείται όπως το Υπουργείο Εσωτερικών εκδίδει ένα ειδικό βιομετρικό ταξιδιωτικό έγγραφο «επίλυσης καθεστώτος» ή laissez-passer, το οποίο θα συνδέεται απευθείας με τους υφιστάμενους αριθμούς ταυτοποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας που αναγράφονται στα πιστοποιητικά γέννησής τους.
«Το ζήτημα απαιτεί επείγοντα διάλογο με το Υπουργείο Εξωτερικών. Μέχρι στιγμής, τα άμεσα ερωτήματά μου προς τις αρμόδιες αρχές έχουν αντιμετωπιστεί με απόλυτη σιωπή. Διαθέτουμε πρακτικές και νομικά εφαρμόσιμες λύσεις, έτοιμες να τεθούν σε εφαρμογή», σημειώνει.
Η κ. Ντογάν καλεί, τέλος, τα μέσα ενημέρωσης να λειτουργήσουν ως γέφυρα επικοινωνίας, ώστε να πραγματοποιηθεί επίσημη συνάντηση με το Υπουργείο Εξωτερικών.
«Είμαστε έτοιμοι να προσέλθουμε στο τραπέζι του διαλόγου και να καλύψουμε αυτό το κενό στη διαδικασία ένταξης της Κύπρου στη Ζώνη Σένγκεν. Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι το Υπουργείο να ανοίξει την πόρτα του διαλόγου».
Χασάν Παραλί: Δεκαπέντε χρόνια χωρίς υπηκοότητα
Τη δική του εμπειρία περιγράφει ο Χασάν Παραλί, Τουρκοκύπριος παιδί μεικτού γάμου, με έναν Τούρκο και έναν Τουρκοκύπριο γονέα, ο οποίος, όπως αναφέρει, προσπαθεί εδώ και σχεδόν 15 χρόνια να εξασφαλίσει την υπηκοότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας.
«Ως Τουρκοκύπριος, παιδί ενός Τούρκου και ενός Τουρκοκύπριου γονέα, δεν μου χορηγήθηκε η υπηκοότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλω εδώ και σχεδόν 15 χρόνια», δηλώνει.
Η απουσία κυπριακού διαβατηρίου σημαίνει ότι, προκειμένου να ταξιδέψει στην Ευρώπη, είναι υποχρεωμένος να υποβάλλει κάθε φορά αίτηση για θεώρηση Σένγκεν μέσω πρεσβείας ή ιδιωτικού φορέα που συνεργάζεται με την πρεσβεία της χώρας προορισμού.
Όπως εξηγεί, το πρώτο εμπόδιο είναι η έλλειψη σαφών και συγκεντρωμένων πληροφοριών σχετικά με την αρμόδια αρχή στην οποία πρέπει να υποβληθεί η αίτηση.
«Το πρώτο σημαντικό πρόβλημα που αντιμετώπισα ήταν η έλλειψη σαφών πληροφοριών στο διαδίκτυο ή οπουδήποτε αλλού σχετικά με το πού ακριβώς πρέπει να υποβάλει κάποιος την αίτησή του».
Ακόμη μεγαλύτερη δυσκολία, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί η εξεύρεση διαθέσιμου ραντεβού, χωρίς το οποίο δεν είναι δυνατόν να αρχίσει η εξέταση της αίτησης.
«Αφού εντοπίσεις τον αρμόδιο φορέα στον οποίο πρέπει να απευθυνθείς, ακολουθεί το δεύτερο και, κατά τη γνώμη μου, μεγαλύτερο πρόβλημα: η εξεύρεση διαθέσιμου ραντεβού, ώστε να μπορέσεις έστω να υποβάλεις αίτηση για θεώρηση εισόδου».
Ο Χασάν σημειώνει ότι κατά τη δική του διαδικασία απευθύνθηκε σε ιδιωτική εταιρία, αναφέροντας ότι η εταιρεία λειτούργησε αποτελεσματικά για την υπόθεση του.
Σε περίπτωση που δεν υπάρχει διαθέσιμο ραντεβού για τη χώρα του τελικού προορισμού, όπως υποστηρίζει, ο ταξιδιώτης μπορεί να αναγκαστεί να υποβάλει αίτηση μέσω άλλης χώρας της Ζώνης Σένγκεν και να τροποποιήσει ολόκληρο το ταξιδιωτικό του πρόγραμμα.
«Εάν δεν καταφέρεις να βρεις διαθέσιμο ραντεβού για αίτηση θεώρησης από τη χώρα που αποτελεί τον τελικό προορισμό σου, αναγκάζεσαι να ταξιδέψεις σε διαφορετική χώρα και να εξασφαλίσεις θεώρηση από αυτήν. Η θεώρηση αυτή πρέπει να είναι πολλαπλών εισόδων για τη Ζώνη Σένγκεν».
Αυτό, προσθέτει, συνεπάγεται πρόσθετο κόστος, περισσότερες κρατήσεις και μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία για ένα ταξίδι που, για έναν πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα ήταν απλό.






