Την ανάγκη διαχωρισμού του εδαφικού από το ατομικό δικαίωμα στην ιδιωτική περιουσία επισημαίνει ο Τουρκοκύπριος ερευνητής και συγγραφέας Μετέ Χατάι, ασκώντας κριτική στη διαχρονική πολιτική της τουρκικής πλευράς να παραπέμπει την επίλυση του περιουσιακού για μετά τη συνολική διευθέτηση του Κυπριακού.
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο κ. Χατάι αναφέρει ότι για πολλά χρόνια η βασική στρατηγική της τουρκικής πλευράς στηριζόταν στη θέση πως τόσο το εδαφικό όσο και το περιουσιακό αποτελούν μέρος της συνολικής διαπραγμάτευσης και, ως εκ τούτου, καμία περιουσία δεν θα έπρεπε να επιστραφεί πριν από την επίτευξη λύσης.
Κατά τον ίδιο, ωστόσο, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου κατέδειξε ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν μπορούσε να συνεχιστεί από νομικής άποψης.
«Το έδαφος και η ιδιωτική περιουσία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Το έδαφος συνδέεται με την πολιτική κυριαρχία και τα σύνορα του συνιστώντος κράτους, ενώ η ιδιωτική περιουσία αφορά το δικαίωμα του ατόμου», υπογράμμισε.
Κριτική για τη λειτουργία της Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας
Ο Μετέ Χατάι αναφέρεται και στη λεγόμενη στα κατεχόμενα, σημειώνοντας ότι δημιουργήθηκε για την αντιμετώπιση ατομικών παραβιάσεων και ότι προβλέπει τρεις μορφές θεραπείας: την επιστροφή της περιουσίας, τη χρηματική αποζημίωση και την ανταλλαγή.
Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι η τουρκική πλευρά δεν διέθεσε τους απαιτούμενους οικονομικούς πόρους για την καταβολή αποζημιώσεων, με αποτέλεσμα το βάρος να επιχειρείται να καλυφθεί κυρίως μέσω χρηματοδότησης από την Τουρκία.
Παράλληλα, υπενθυμίζει ότι κατά τα πρώτα στάδια λειτουργίας της επιτροπής είχε δηλωθεί πως θα δινόταν προτεραιότητα στην επιστροφή περιουσιών στις οποίες δεν υπήρχαν σημερινοί χρήστες. Στην πράξη, όπως αναφέρει, ο αριθμός των επιστροφών παρέμεινε εξαιρετικά περιορισμένος.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στις μαρωνίτικες περιουσίες που βρίσκονται εντός στρατιωτικών περιοχών, καθώς και στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου, οι οποίες, όπως σημειώνει, εξακολουθούν να παραμένουν σε εκκρεμότητα «στο όνομα της συνολικής λύσης».
Κατά την εκτίμησή του, συγκεκριμένα βήματα στις περιοχές αυτές θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις περιουσιακές αξιώσεις τουλάχιστον 35.000 έως 40.000 Μαρωνιτών και Ελληνοκυπρίων εκτοπισμένων.
Ο ίδιος θεωρεί ότι η αποστρατιωτικοποίηση των τριών κατεχόμενων μαρωνίτικων χωριών και η επιστροφή ή αξιοποίηση των Βαρωσίων θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως μέτρα αποκατάστασης παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και όχι ως «εδαφικές παραχωρήσεις» της τουρκικής πλευράς.
«Δεν αλλάζει η κυριαρχία με την επιστροφή μιας περιουσίας»
«Εάν υπάρχει Ελληνοκύπριος που επιθυμεί να ανακτήσει την περιουσία του, στην οποία δεν υπάρχει σημερινός χρήστης, και να ζήσει στα κατεχόμενα, δεν θα πρέπει να διατυπώνονται αντιρρήσεις μόνο και μόνο λόγω της εθνοτικής του ταυτότητας», σημειώνει ο Μετέ Χατάι.
Προσθέτει ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση θα πρέπει να εφαρμοστεί ιδιαίτερα στην περίπτωση των Μαρωνιτών και του συνόλου των περιουσιών τους.
Ο Τουρκοκύπριος ερευνητής απορρίπτει τη θέση ότι η αναγνώριση του δικαιώματος ενός ιδιοκτήτη συνεπάγεται αλλαγή της κυριαρχίας ή του πολιτικού καθεστώτος της περιοχής στην οποία βρίσκεται το ακίνητο.
«Άλλο το έδαφος και άλλο η ιδιωτική περιουσία», επαναλαμβάνει, υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή μιας ιδιοκτησίας δεν ισοδυναμεί με παραχώρηση της συγκεκριμένης περιοχής στην άλλη πλευρά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η επιστροφή των Βαρωσίων και περίπου 6.000 έως 7.000 σκαλών από το σύνολο των περίπου 1,5 εκατομμυρίων σκαλών ελληνοκυπριακής γης στα κατεχόμενα θα μπορούσε, σε πρώτο στάδιο, να αποκαταστήσει την αδικία σε βάρος δεκάδων χιλιάδων εκτοπισμένων.
Ένα τέτοιο βήμα, υποστηρίζει, δεν θα ανέτρεπε συνολικά την περιουσιακή δομή στα κατεχόμενα. Αντιθέτως, θα περιόριζε το νομικό, οικονομικό και ανθρωπιστικό βάρος που θα κληθεί να διαχειριστεί μια μελλοντική συνολική λύση.
Καταλήγοντας, ο κ. Χατάι υπογραμμίζει ότι το Κυπριακό δεν είναι απλώς μια διαφορά για ακίνητα και εκτάσεις γης. Το περιουσιακό δικαίωμα, αναφέρει, συνδέεται με τη δυνατότητα των εκτοπισμένων να επιστρέψουν στα σπίτια, στα χωριά και στο παρελθόν τους.
Όπως σημειώνει, η διατήρηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως διαπραγματευτικού χαρτιού δεν αποτελεί στρατηγική λύσης, αλλά διευρύνει το κόστος της διχοτόμησης, επιβαρύνει τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων και μετατρέπει το δίκαιο σε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης.






