Τα τοπωνύμια ως εργαλεία πολιτικής και κυριαρχίας - Όταν η συλλογική μνήμη γίνεται γεωγραφία

ΝΙΚΗ ΛΑΟΥ

Header Image

Οι πρόσφατες παρεμβάσεις του Ντόναλντ Τραμπ στον αμερικανικό χάρτη έφεραν ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα με βαθιές πολιτικές προεκτάσεις. Στην Κύπρο, η διαμάχη για τα τοπωνύμια παραμένει μία από τις πιο αιχμηρές κληρονομιές της διαίρεσης του νησιού

Την πρώτη ημέρα της επιστροφής του στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο ο Κόλπος του Μεξικού μετονομάστηκε σε «Κόλπο της Αμερικής», ενώ αποκαταστάθηκε η ονομασία «Όρος Μακίνλεϊ» για την κορυφή που οι κάτοικοι της Αλάσκας αποκαλούν «Ντενάλι» από το 1975. «Θα αποκαταστήσουμε το όνομα ενός μεγάλου Προέδρου, του Γουίλιαμ Μακίνλεϊ, στο Όρος Μακίνλεϊ, εκεί όπου ανήκει», δήλωσε κατά την ορκωμοσία του.

Η απόφαση δεν έχει καμία ισχύ πέραν των αμερικανικών συνόρων. Το Μεξικό εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τη δική του ονομασία για τον κόλπο, ενώ η πλειονότητα των διεθνών χαρτογραφικών οργανισμών δεν έχει υιοθετήσει την αλλαγή. Ανάλογες συζητήσεις άγγιξαν ακόμη και τη λίμνη Οντάριο, πριν η αμερικανική κυβέρνηση εξετάσει αργότερα παρόμοια πρωτοβουλία για τον Περσικό Κόλπο ενόψει επίσκεψης στη Σαουδική Αραβία, προωθώντας ανεπίσημα την ονομασία «Αραβικός Κόλπος». Η πρόταση προκάλεσε έντονη αντίδραση από το ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο τη χαρακτήρισε «ένδειξη εχθρικής πρόθεσης απέναντι στο Ιράν και τον λαό του». Και οι δύο περιπτώσεις βασίζονται στην ίδια λογική: Ότι η εξουσία ενός κράτους να μετονομάζει έναν τόπο αρκεί για να επιβάλει τη νέα ονομασία, ανεξάρτητα από το κατά πόσον αυτή αναγνωρίζεται από άλλες χώρες ή πληθυσμούς. Πρόκειται για φαινόμενο με μακρά ιστορία.

Γεωγράφοι που δραστηριοποιούνται στο πεδίο της λεγόμενης κριτικής τοπωνυμίας, όπως οι Μάοζ Αζαριάχου, Ντέρεκ Όλντερμαν και Ρούμπεν Ρόουζ-Ρέντγουντ, υποστηρίζουν ότι τα τοπωνύμια λειτουργούν ως εργαλεία άσκησης πολιτικής εξουσίας πάνω στον χώρο, την Ιστορία και τη συλλογική μνήμη. Η σχετική βιβλιογραφία περιλαμβάνει παραδείγματα από τη Ρουμανία, τη Νότια Αφρική, τη Νέα Ζηλανδία και τον αμερικανικό Νότο, αντιμετωπίζοντας τη μετονομασία ως επαναλαμβανόμενο χαρακτηριστικό αλλαγής καθεστώτων και διεκδίκησης εδαφικού ελέγχου.

Ισραήλ: Οδηγία Μπεν Γκουριόν

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση συστηματικής κρατικής πολιτικής μετονομασιών είναι εκείνη του Ισραήλ. Τον Ιούλιο του 1949, ο Νταβίντ Μπεν Γκουριόν σύστησε Κρατική Επιτροπή Ονοματοδοσίας, με αποστολή να αποδώσει εβραϊκές ονομασίες αρχικά στην έρημο Νεγκέβ και στη συνέχεια σε ολόκληρο το νεοσύστατο κράτος. Τα κριτήρια που υιοθετήθηκαν έδιναν προτεραιότητα σε βιβλικές και ιστορικές εβραϊκές αναφορές έναντι των υφιστάμενων αραβικών ονομάτων. Η οδηγία του Μπεν Γκουριόν προς την επιτροπή έχει καταγραφεί ως εξής: «Είμαστε υποχρεωμένοι να αφαιρέσουμε τα αραβικά ονόματα για λόγους κρατικής ανάγκης».

Μεταγενέστερη έρευνα, μεταξύ άλλων και το έργο του Ουαλίντ Χαλιντί All That Remains, καταδεικνύει ότι τα χωριά στα οποία ο αραβικός πληθυσμός παρέμεινε μετά τον πόλεμο του 1948 διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τις παραδοσιακές ονομασίες τους. Αντίθετα, οι περισσότερες μετονομασίες αφορούσαν περιοχές των οποίων οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει ή εξαναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.

Ιρλανδία και Κριμαία 

Η Ιρλανδία αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα όπου το ζήτημα αφορούσε τον εκτεταμένο αγγλισμό των γαελικών τοπωνυμίων. Η διαδικασία ξεκίνησε από τον Μεσαίωνα και ολοκληρώθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη χαρτογραφική τυποποίηση του 19ου αιώνα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι νέες μορφές έχασαν κάθε σχέση με το αρχικό νόημα των ονομάτων. Το Cluain Meala, που σημαίνει «λιβάδι του μελιού», κατέληξε να εμφανίζεται στους χάρτες ως Clonmel.

Η Ιρλανδική Επιτροπή Τοπωνυμίων ιδρύθηκε το 1946, ενώ χρειάστηκε ειδική νομοθεσία το 1973 ώστε οι αποκατεστημένες ιρλανδικές μορφές να αποκτήσουν πλήρη νομική ισχύ στη δημόσια χρήση.

Η Κριμαία αποτελεί μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση. Μετά την εκτόπιση των Τατάρων της Κριμαίας το 1944, οι σοβιετικές αρχές μετονόμασαν περισσότερους από 1.300 οικισμούς, αντικαθιστώντας ονομασίες με ιστορία αιώνων με τυποποιημένες σοβιετικές ονομασίες. Το 2016, το ουκρανικό κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα για την αποκατάσταση των ιστορικών ονομάτων 70 οικισμών και πέντε διοικητικών περιφερειών, επικαλούμενο τα δικαιώματα των Τατάρων ως αυτόχθονου πληθυσμού. Η εφαρμογή του ψηφίσματος προβλέπεται να ενεργοποιηθεί εφόσον η χερσόνησος επανέλθει υπό ουκρανική διοίκηση.

Η κυπριακή περίπτωση

Η Μόνιμη Κυπριακή Επιτροπή Τυποποίησης Γεωγραφικών Ονομάτων, η οποία εκπροσωπεί την Κυπριακή Δημοκρατία στις σχετικές διασκέψεις των Ηνωμένων Εθνών από το 1967, καταγράφει μια αντίστοιχη διαδικασία που ξεκίνησε μετά το 1974. Σύμφωνα με τα στοιχεία της επιτροπής, οι «αρχές» στα κατεχόμενα αντικατέστησαν συστηματικά τα ελληνικά τοπωνύμια. Η διαδικασία δεν περιορίστηκε μόνο σε ελληνοκυπριακά χωριά, αλλά επεκτάθηκε και σε τουρκοκυπριακούς οικισμούς. Η Σίντα μετονομάστηκε σε İnönü, ενώ το Ορτάκιοϊ σε Menteşeköy.

Η Κυπριακή Δημοκρατία αντέδρασε και σε θεσμικό επίπεδο. Ο Νόμος 71(Ι)/2013 καθιστά ποινικό αδίκημα την αλλοίωση των επίσημα τυποποιημένων γεωγραφικών ονομάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και την παραγωγή ή διανομή χαρτών και εγγράφων που χρησιμοποιούν διαφορετικές ονομασίες.

Η ακαδημαϊκή έρευνα προσφέρει μια πιο σύνθετη εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόστηκε η πολιτική αυτή στα κατεχόμενα. Στο βιβλίο της The Make-Believe Space: Affective Geography in a Postwar Polity, που βασίζεται σε επιτόπια έρευνα μεταξύ 1998 και 2003, η ανθρωπολόγος Γιαέλ Ναβάρο-Γιασίν καταγράφει ότι καταργήθηκαν όλες οι προϋπάρχουσες ονομασίες χωρίς εξαίρεση, περιλαμβανομένων και παραδοσιακών τουρκοκυπριακών τοπωνυμίων. Στην εισαγωγή του έργου, ο τότε επικεφαλής της αρμόδιας χαρτογραφικής υπηρεσίας στα κατεχόμενα περιγράφεται να παρουσιάζει τη μετονομασία ως μέρος της διαδικασίας εγκαθίδρυσης πολιτικής κυριαρχίας επί του εδάφους.

Οι συνεντεύξεις Τουρκοκυπρίων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο σκιαγραφούν μια κοινωνία που εξακολουθούσε να αντιλαμβάνεται μια διαρκή «ελληνική παρουσία» στο τοπίο, μέσα από εγκαταλελειμμένες εκκλησίες, ερειπωμένα κοιμητήρια και άδεια χωριά. Παράλληλα, η έρευνα καταγράφει εντάσεις ανάμεσα στους παλαιότερους Τουρκοκυπρίους και τους νεότερους εποίκους από την Τουρκία. Ορισμένοι από τους τελευταίους, σύμφωνα με τη συγγραφέα, αυτοπροσδιορίζονταν ακόμη και ως «οι τελευταίοι των Μοϊκανών».

Η ίδια μελέτη σημειώνει, επίσης, την αμφιθυμία πολλών Τουρκοκυπρίων απέναντι στην απόκτηση διαβατηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρά το γεγονός ότι εξακολουθούν να το δικαιούνται βάσει της κυπριακής νομοθεσίας.

Στην άλλη πλευρά της γραμμής αντιπαράθεσης, μελέτες για εκτοπισμένους Ελληνοκυπρίους καταγράφουν μια αντίστοιχη σχέση με τον τόπο. Έρευνες σε διάφορες γενιές προσφύγων δείχνουν ότι τα παλιά τοπωνύμια και οι συμβολισμοί τους εξακολουθούν να διατηρούνται ακόμη και από δεύτερες και τρίτες γενιές, οι οποίες δεν έχουν ποτέ επισκεφθεί τις πατρογονικές τους εστίες. Η διεθνής βιβλιογραφία καταγράφει ένα κοινό μοτίβο στις κοινότητες εκτοπισμένων για την τοπική τους ταυτότητα και τη μνήμη του τόπου τους.

Το ανοιχτό ερώτημα

Το πιο συγκεκριμένο παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των τοπωνυμίων στο πλαίσιο μιας συνολικής λύσης παραμένει το Σχέδιο Ανάν του 2004, το οποίο απορρίφθηκε από το 76% των Ελληνοκύπριων ψηφοφόρων.

Επιστολή της Μόνιμης Κυπριακής Επιτροπής Τυποποίησης Γεωγραφικών Ονομάτων προς τον τότε Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Κόφι Ανάν, με ημερομηνία 11 Δεκεμβρίου 2002, καταγράφει ότι το κείμενο του σχεδίου και οι συνοδευτικοί χάρτες χρησιμοποιούσαν συστηματικά διπλή ονομασία για τις τοποθεσίες του νησιού. Τα ελληνικά και τα τουρκικά ονόματα εμφανίζονταν παράλληλα, όπως στις περιπτώσεις Ριζοκαρπάσου/Dipkarpaz και Αιγιαλούσας/Yeni Erenköy.

Η ένσταση της επιτροπής δεν αφορούσε καθαυτή τη χρήση διπλών ονομασιών. Επικεντρωνόταν, αντίθετα, στις συγκεκριμένες τουρκικές μορφές που είχαν επιλεγεί. Σύμφωνα με τη θέση της, επρόκειτο για ονομασίες που επιβλήθηκαν μετά το 1974 και όχι για τα παραδοσιακά τουρκοκυπριακά ονόματα που χρησιμοποιούνταν πριν από την εισβολή και τα οποία, όπως υποστηρίζει, η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί στις επίσημες καταγραφές της.

Η θέση αυτή στηρίχθηκε σε ψήφισμα της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για την Τυποποίηση Γεωγραφικών Ονομάτων του 1977, το οποίο συνιστά να μην αναγνωρίζονται αλλαγές τοπωνυμίων που επιβάλλονται από αρχές διαφορετικές από τον αναγνωρισμένο εθνικό φορέα ενός κράτους.

Το όνομα τού αύριο

Πενήντα και πλέον χρόνια μετά τη διαίρεση του νησιού, ένα φαινομενικά τεχνικό ζήτημα παραμένει εκκρεμές. Το πώς θα αποτυπώνεται η Κύπρος σε έναν μελλοντικό κοινό χάρτη παραμένει αναπάντητο. Και παρότι το ζήτημα φαντάζει δευτερεύον μπροστά στα κεφάλαια της ασφάλειας, του εδαφικού ή της διακυβέρνησης, η εμπειρία άλλων συγκρούσεων δείχνει ότι τα τοπωνύμια εργαλιοποιούνται συστηματικά από κράτη και πολιτικές αρχές ως μέσα άσκησης συμβολικής κυριαρχίας, διαμόρφωσης συλλογικής μνήμης και νομιμοποίησης εδαφικών διεκδικήσεων.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα