Κυρίαρχη είδηση στον διεθνή Τύπο αυτή την εβδομάδα ήταν η παρασκηνιακή εμπλοκή της Κίνας στις αμερικανοϊρανικές διαπραγματεύσεις: σύμφωνα με το ισραηλινό Τύπο, το Πεκίνο ασκεί πίεση στους Φρουρούς της Επανάστασης να τηρήσουν ευέλικτη στάση στις συνομιλίες με την Ουάσιγκτον, απειλώντας με αναθεώρηση της ενεργειακής του εξάρτησης από το Ιράν. Την ίδια ώρα, τα δυτικά μέσα ενημέρωσης καταγράφουν τη σχεδόν πλήρη κατάρρευση της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ και την αδιέξοδη εκεχειρία.
Από την Ευρώπη, ο γαλλικός Τύπος αναλύει τη βαθαίνουσα διπλωματική απομόνωση του Ισραήλ, ενώ η τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης εντόπισαν τα σημάδια της ρωσικής προπαγάνδας στη νίκη φιλορωσικού κόμματος στη Βουλγαρία.
Στην Ασία, ο Τύπος της Ιαπωνίας υπερασπίζεται την απόφαση Τόκιο να άρει την απαγόρευση εξαγωγών θανατηφόρων όπλων, η κινεζική αρθρογραφία προτείνει κινεζική διπλωματική πρωτοβουλία για το Ιράν, ενώ ο ουκρανικός Τύπος αποτυπώνει τα διακυβεύματα της επερχόμενης συνόδου του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα. Τέλος, ο ρωσόφωνος Τύπος προειδοποιεί για τους κινδύνους της αφγανοπακιστανικής σύρραξης για τα ρωσικά γεωοικονομικά συμφέροντα.
Ο δυτικός Τύπος
Το άρθρο με τίτλο «Το Ιράν σφίγγει και πάλι τον έλεγχό του στη ναυσιπλοΐα στο Στενό του Ορμούζ», που δημοσιεύτηκε στους New York Times στις 22 Απριλίου από τον Peter Eavis, εξετάζει τον αντίκτυπο του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν στη διεθνή ναυτιλία. Ο αριθμός των πλοίων που διασχίζουν το Στενό του Ορμούζ έχει καταρρεύσει δραματικά — από 130 την ημέρα πριν τον πόλεμο σε μόλις 1 την Τρίτη — καθώς το Ιράν συνεχίζει τις επιθέσεις του σε εμπορικά πλοία, με πιο πρόσφατα θύματα τα δεξαμενόπλοια MSC Francesca και Epaminondas. Παρά τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περίπου 13.000 στόχους και τον ναυτικό αποκλεισμό από τις 13 Απριλίου, το Ιράν διατηρεί τον στρατηγικό έλεγχο του στενού, χρησιμοποιώντας τον ως μοχλό πίεσης στις διαπραγματεύσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι 308 πλοία με ιρανικές διασυνδέσεις πέρασαν από το στενό από τις 2 Μαρτίου, έναντι μόλις 90 πλοίων χωρίς τέτοιες διασυνδέσεις. Η μείωση της προσφοράς πετρελαίου κατά 10% παγκοσμίως ανεβάζει τις τιμές καυσίμων και φυσικού αερίου, επιβαρύνοντας επιχειρήσεις και καταναλωτές. Παρά την ανακοίνωση προσωρινής επαναλειτουργίας του στενού, νέες ιρανικές επιθέσεις ανέστρεψαν γρήγορα την εμπιστοσύνη των ναυτιλιακών εταιρειών. Η ελευθερία ναυσιπλοΐας παραμένει ανύπαρκτη, με αναλυτές να επισημαίνουν ότι η απουσία ισχυρής αμερικανικής ναυτικής παρουσίας στο στενό δεν είναι ικανή να αποτρέψει μελλοντικές επιθέσεις.
«Παρατεταμένη εκεχειρία με το Ιράν, αλλά για πόσο;» είναι ο τίτλος του άρθρου που δημοσιεύτηκε στο The Economist στις 22 Απριλίου. Το κείμενο εξετάζει την επέκταση της αμερικανοϊρανικής εκεχειρίας και τις διπλωματικές περιπλοκές γύρω από αυτήν. Ο Ντόλαντ Τραμπ ανακοίνωσε στις 21 Απριλίου την παράταση της δίχρονης εκεχειρίας, η οποία επρόκειτο να λήξει εντός ωρών, διατηρώντας παράλληλα τον ναυτικό αποκλεισμό ιρανικών λιμένων. Η ιρανική κυβέρνηση αρνήθηκε να συμμετάσχει σε νέο γύρο διαπραγματεύσεων στο Ισλαμαμπάντ, πιστεύοντας ότι κατέχει το πλεονέκτημα και απαιτώντας άρση του αποκλεισμού ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε συνάντηση. Από την πλευρά του, ο Τραμπ εκτιμά ότι ο αποκλεισμός πιέζει οικονομικά το Ιράν, αναγκάζοντάς το τελικά να υποχωρήσει. Ο ναυτικός αποκλεισμός έχει ήδη σταματήσει 28 πλοία από το Στενό του Ορμούζ, ωστόσο περισσότερα από δύο δωδεκάδες ιρανικά πλοία τον έχουν παρακάμψει. Εν τω μεταξύ, οι τιμές πετρελαίου παραμένουν γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ δεν υπάρχει διέλευση πλοίων από το Στενό. Οι διαπραγματεύσεις για τον εμπλουτισμό ουρανίου παραμένουν σε αδιέξοδο — η Αμερική πρότεινε μορατόριουμ 20 ετών, το Ιράν αντιπρότεινε πέντε, με τελευταία πρόταση τα δέκα χρόνια. Παρά τη λογική της συμβιβαστικής λύσης, ο πόλεμος συνεχίζεται καθώς και οι δύο πλευρές πιστεύουν ότι κερδίζουν.
Η παρέμβαση με τίτλο «Ο Νετανιάχου οδηγεί το Ισραήλ σε μεγαλύτερη απομόνωση από ποτέ από τους ευρωπαίους και Αμερικανούς συμμάχους του», που δημοσιεύτηκε στο Le Monde στις 22 Απριλίου από τον Gilles Paris, αναλύει τη βαθαίνουσα διεθνή απομόνωση του Ισραήλ υπό την ηγεσία του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι όσο περισσότερους πολέμους διεξάγει το Ισραήλ, τόσο πιο βαθιά γίνεται η απομόνωσή του. Εικόνες όπως Ισραηλινός στρατιώτης που καταστρέφει άγαλμα του Χριστού στη νότια Λίβανο ή το εξώφυλλο του ιταλικού περιοδικού L'Espresso επιδεινώνουν τη διεθνή εικόνα της χώρας. Ο Νετανιάχου κατηγόρησε την Ευρώπη για «βαθιά ηθική αδυναμία», ενώ στις ΗΠΑ η κριτική προς το Ισραήλ έχει γίνει κυρίαρχη και στο Δημοκρατικό Κόμμα: 40 Δημοκρατικοί γερουσιαστές ψήφισαν κατά της πώλησης στρατιωτικών μπουλντόζ στο Ισραήλ, ενώ ο πρώην δήμαρχος του Σικάγο Rahm Emanuel ζήτησε δημοσίως να τερματιστεί η εξαιρετική μεταχείριση του Ισραήλ. Ο Νετανιάχου έχει συμβάλει στη διάβρωση της διακομματικής αμερικανικής υποστήριξης, καθώς η σχέση του AIPAC με τους Δημοκρατικούς έχει καταστεί πλέον «τοξική». Η στροφή προς τους συντηρητικούς χριστιανούς της Αμερικής έχει τα όριά της, αφού η αρνητική εικόνα του Ισραήλ επηρεάζει πλέον και τους Ρεπουμπλικάνους κάτω των 50 ετών. Το Ισραήλ φαίνεται να επιλέγει στρατηγική αυτάρκεια αντί επανεξέτασης πολιτικής, κινδυνεύοντας να παραμείνει απομονωμένο για πολύ καιρό.
Το δημοσίευμα με τίτλο «Η Κίνα σχεδιάζει φαινομενικά ναρκοπέδιο με υποβρύχια drones: Κίνδυνος για την Ταϊβάν και τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες», που δημοσιεύτηκε στο Business Insider Deutschland (ημερομηνία πρόσβασης: 24 Απριλίου), εξετάζει την ανάπτυξη υποβρύχιων μη επανδρωμένων υποβρυχίων (drones) από τον Κινεζικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό που μπορούν να τοποθετούν θαλάσσιες νάρκες. Το υποβρύχιο drone τύπου AJX002, με εκτιμώμενη εμβέλεια 1.800 χιλιομέτρων, είναι μικρότερο και πιο αθόρυβο από τα συμβατικά υποβρύχια, σχεδιασμένο για επιθετική τοποθέτηση ναρκών σε εχθρικά ή διεθνή ύδατα. Στρατηγικός στόχος της Κίνας είναι η λεγόμενη Πρώτη Αλυσίδα Νησιών («First Island Chain»), που εκτείνεται από την Ιαπωνία μέσω της Ταϊβάν ως τις Φιλιππίνες — ζώνη κλειδί για τον έλεγχο της πρόσβασης στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ένα ναρκοπέδιο σε αυτή τη θαλάσσια ζώνη θα είχε καταστροφικές συνέπειες για το παγκόσμιο εμπόριο, καθώς μέσω αυτής διέρχεται σημαντικό μέρος των παγκόσμιων εμπορευματικών ροών. Για την Ταϊβάν ειδικότερα, μια τέτοια ικανότητα θα μπορούσε να αποκόψει το νησί από τις διεθνείς θαλάσσιες οδούς και να εμποδίσει εξωτερική στρατιωτική βοήθεια σε περίπτωση σύγκρουσης. Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στη γενικότερη στρατηγική εκσυγχρονισμού των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων, που στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς αυτόνομα, μη επανδρωμένα συστήματα.
Το άρθρο γνώμης με τίτλο «Το σπέρμα του Πούτιν επιμένει στην Ευρώπη», που δημοσιεύτηκε στο La Repubblica (ημερομηνία πρόσβασης: 24 Απριλίου) από τον Paolo Garimberti, αναλύει πώς η νίκη του Ρούμεν Ράντεφ στις βουλγαρικές εκλογές αποτελεί ένδειξη ότι η ρωσική προπαγάνδα και παραπληροφόρηση παραμένουν σοβαρή απειλή για την Ευρώπη. Ο Ράντεφ, ο οποίος δεν αποκρύπτει τις συμπάθειές του προς τη Μόσχα και την αντιπάθειά του προς το Κίεβο, ίδρυσε νέο κόμμα που ωφελήθηκε από ύποπτης προέλευσης διαδικτυακή προπαγάνδα. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του ότι «η Κριμαία είναι ρωσική» και οι πληροφορίες για πιθανή εμπλοκή της ρωσικής εξωτερικής υπηρεσίας πληροφοριών Svr. Η νίκη του — που χαιρετίστηκε θερμά από τον εκπρόσωπο του Κρεμλίνου Dmitry Peskov — προκαλεί ανησυχία στην Ευρώπη, ιδίως επειδή η Βουλγαρία κατέχει στρατηγικά σημαντική θέση στην αρχιτεκτονική του ΝΑΤΟ. Η ευρωβουλευτής Valérie Hayer χαρακτήρισε τον Ράντεφ ενδεχόμενο «Δούρειο Ίππο του Πούτιν στην Ευρώπη». Η εκλογική νίκη εξουδετερώνει μερικώς την αισιοδοξία που δημιούργησε η ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία. Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι η ρωσική επιρροή δεν περιορίζεται μόνο στις πρώην κομμουνιστικές χώρες, αλλά επεκτείνεται και σε παραδοσιακά δυτικές χώρες, όπως η Ιταλία, όπου η ρωσική πρεσβεία αναλαμβάνει ολοένα και πιο ενεργό ρόλο προπαγάνδας.
Ο Τύπος της Μέσης Ανατολής
Το αναλυτικό άρθρο με τίτλο «Στενό Ορμούζ· ο κρυμμένος θησαυρός στα ιρανικά ύδατα», που δημοσιεύτηκε στην ιρανική Εttelaat στις 22 Απριλίου από τον Masoud Dashti Derakhshan, εξετάζει τη στρατηγική σημασία του Στενού του Ορμούζ ως πολυδιάστατου γεωοικονομικού εργαλείου στα χέρια του Ιράν. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η «θαλάσσια ασφάλεια» δεν ορίζεται πλέον μόνο στρατιωτικά, αλλά και μέσα από τις παραμέτρους της ασφάλισης, της εφοδιαστικής αλυσίδας και της παγκόσμιας γεωοικονομίας. Ειδικότερα, τα δεδομένα του πρώτου τριμήνου του 2026 δείχνουν ότι τα ασφάλιστρα πλοίων που διέρχονται με ιρανικό συντονισμό μειώθηκαν κατά 40%, γεγονός που καθιστά την ασφάλεια εμπορεύσιμο οικονομικό αγαθό. Το Ιράν, αξιοποιώντας τη γεωγραφική θέση των νησιών του στον Περσικό Κόλπο (Αμπού Μούσα, Τανμπ κ.ά.) και ασύμμετρες τακτικές, έχει μεταφέρει τον συσχετισμό ισχύος από το στρατιωτικό πεδίο στο πεδίο των ασφαλιστικών και οικονομικών υπολογισμών. Ανεξάρτητοι αναλυτές εκτιμούν ότι η πιθανότητα επιτυχίας οποιασδήποτε περιορισμένης ξένης επιχείρησης στην περιοχή δεν ξεπερνά το 20%. Σε διπλωματικό επίπεδο, η Τεχεράνη τηρεί στάση επαγρύπνησης στις συνομιλίες με την Ουάσιγκτον. Τέλος, το άρθρο αναφέρεται σε ανάλυση του Politico (19 Απριλίου 2026) που επισημαίνει ότι η ιρανική επιρροή έχει αποδυναμώσει τη διπλωματική αξιοπιστία των ΗΠΑ στο Μπαχρέιν, την Ινδονησία και το Αζερμπαϊτζάν.
Το άρθρο με τίτλο «Η Κίνα ασκεί πίεση στο Ιράν σε μυστικές συνομιλίες καθώς ο Τραμπ λαμβάνει δραματικές διαβεβαιώσεις», που δημοσιεύτηκε στο Israel Hayom στις 22 Απριλίου από τον Danny Zaken, αποκαλύπτει τον κρίσιμο ρόλο της Κίνας στα παρασκήνια των αμερικανοϊρανικών διαπραγματεύσεων. Σύμφωνα με τρεις διπλωματικές πηγές από την περιοχή, το Πεκίνο ασκεί πίεση στους διοικητές των Φρουρών της Επανάστασης να επιδείξουν μεγαλύτερη ευελιξία, απειλώντας με αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας και αναστολή της συμφωνίας συνεργασίας με το Ιράν — ενώ ταυτόχρονα προειδοποιεί την Τεχεράνη να μην επιτρέψει αμερικανικό πάτημα στον ιρανικό πετρελαϊκό τομέα. Η εκεχειρία παρατάθηκε εν τοις πράγμασι μετά από διαβεβαιώσεις του Πακιστανού αρχηστράτηγου Asim Munir προς τον Τραμπ. Το κύριο εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις παραμένει ο διοικητής Ahmad Vahidi, που αρνείται οποιοδήποτε συμβιβασμό στο ζήτημα του εμπλουτισμού ουρανίου. Αμερικανοί αναλυτές, όπως ο Miad Maleki και ο Jason Brodsky, επισημαίνουν ότι το οικονομικό ρολόι «χτυπά πολύ πιο γρήγορα» για το Ιράν: τα συναλλαγματικά αποθέματα εξαντλούνται, οι εξαγωγές πετρελαίου έχουν σταματήσει και τα κρατικά ταμεία επαρκούν για λίγες ακόμη εβδομάδες. Τέλος, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζει να εντείνει τον αποκλεισμό αναλαμβάνοντας τον έλεγχο του «σκιώδους στόλου» δεκάδων δεξαμενόπλοιων που διακινούν ιρανικό πετρέλαιο στον Ινδικό Ωκεανό.
Ο Τύπος της Ασίας
Το άρθρο γνώμης με τίτλο «Η αναθεώρηση της απαγόρευσης εξαγωγών όπλων της Ιαπωνίας δεν αποτελεί “μιλιταρισμό”», που δημοσιεύτηκε στο Japan Times στις 22 Απριλίου 2026 από τον Kuni Miyake, υπερασπίζεται την απόφαση του υπουργικού συμβουλίου της πρωθυπουργού Σαναέ Τακαϊτσι να καταργήσει τους δεκαετείς περιορισμούς στις μεταφορές στρατιωτικού εξοπλισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για εξαγωγές θανατηφόρων όπλων ακόμη και σε χώρες που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση. Ο συγγραφέας, πρώην επαγγελματίας διπλωμάτης, απορρίπτει τις κινεζικές κατηγορίες περί νέου μιλιταρισμού, επισημαίνοντας ότι ο πραγματικός μιλιταρισμός χαρακτηρίζει τη σύγχρονη Κίνα, όχι τη δημοκρατική Ιαπωνία. Ιστορικά, η πολιτική εξαγωγών όπλων της Ιαπωνίας διαμορφώθηκε το 1967 επί Σατό και αυστηροποιήθηκε το 1976 επί Μίκι, φτάνοντας σε ουσιαστικό ολικό εμπάργκο. Η αναθεώρηση του Άμπε το 2014 άνοιξε μια πρώτη ρωγμή, ενώ η απόφαση Τακαϊτσι το 2026 ολοκληρώνει τη στροφή. Η κίνηση αυτή αιτιολογείται με τρία επιχειρήματα: την ανάγκη ανάσχεσης της κινεζικής στρατιωτικής επέκτασης στον Ινδο-Ειρηνικό, την ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας των εταίρων και την ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Ο αρθρογράφος καταλήγει ότι η Ιαπωνία απλώς ευθυγραμμίζεται με ό,τι κάνει οποιοδήποτε κανονικό κράτος στον τομέα της αμυντικής εξωτερικής πολιτικής.
Το άρθρο γνώμης με τίτλο «Πώς η υπομονετική διπλωματία της Κίνας μπορεί να εξασφαλίσει την ειρήνη στο Ιράν», που δημοσιεύτηκε στο South China Morning Post στις 22 Απριλίου από τον Wang Huiyao, αναλύει τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η Κίνα στην επίλυση της κρίσης στο Στενό του Ορμούζ. Ο συγγραφέας, ιδρυτής του Κέντρου Κίνας και Παγκοσμιοποίησης στο Πεκίνο, επισημαίνει ότι το κλειστό του Στενού επηρεάζει όλους, καθώς η Κίνα αντλεί το 49,4% του αργού και επεξεργασμένου πετρελαίου της από τη Μέση Ανατολή. Το Πεκίνο έχει ήδη αναλάβει ενεργό ρόλο: ο Πρόεδρος Σι Σινπίνγκ συναντήθηκε την περασμένη εβδομάδα με τον διάδοχο πρίγκιπα του Αμπού Ντάμπι και τον Ισπανό πρωθυπουργό Pedro Sanchez, ενώ ο Υπουργός Εξωτερικών Wang Yi είχε διεξαγάγει 26 τηλεφωνικές επαφές με ομολόγους. Ο συγγραφέας προτείνει ότι η Κίνα διαθέτει μοναδικούς μοχλούς πίεσης στο Ιράν: εξάρτηση σε κινεζικές επενδύσεις, ενεργειακές ανάγκες και δυνατότητα οικονομικής βοήθειας. Επισημαίνει ότι η αποκλιμάκωση δεν εξυπηρετεί μία μόνο πλευρά: η επανεκκίνηση του Στενού αποτελεί κοινό συμφέρον για την Ασία, την Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. Τέλος, προτείνει τη διαμόρφωση μιας ευρύτερης αρχιτεκτονικής ασφάλειας στη Μέση Ανατολή, αιτώντας από την εμπειρία της Κίνας στη διαμεσολάβηση συγκρούσεων — όπως στην Κορέα και στο Σουδάν — ως εργαλείο διπλωματίας που μπορεί να εφαρμοστεί και σε σύγχρονες συγκρούσεις.
Ο Τύπος της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Το αναλυτικό άρθρο με τίτλο «Καταστάσεις ακαθοριστίας: Η κρίση στο Αφγανιστάν και γύρω από αυτό», που δημοσιεύτηκε στο Kommersant (ημερομηνία πρόσβασης: 24 Απριλίου) από τον Oleg Akulinichev, αναλύει την οξύτατη επιδείνωση της κρίσης στο Αφγανιστάν και τις επιπτώσεις της για τη Ρωσία και την Κεντρική Ασία. Από τον Δεκέμβριο 2025, Αφγανιστάν και Πακιστάν βρίσκονται σε κατάσταση ανοιχτού πολέμου: αεροπορικά πλήγματα και βομβαρδισμοί με ολμισθοβόλα είναι καθημερινό φαινόμενο, με τουλάχιστον 97 νεκρούς αμάχους και 100.000 εκτοπισμένους από Φεβρουάριο 2026. Το ερέθισμα: ο Πακιστάν απαιτεί από τους Ταλιμπάν να εξαλείψουν τα ορμητήρια του Πακιστανικού Ταλιμπάν στο αφγανικό έδαφος, ενώ η Καμπούλ αποφεύγει να δεσμευτεί. Οι διαπραγματεύσεις υπό κινεζική διαμεσολάβηση στο Ουρούμτσι δεν απέδωσαν αποτελέσματα. Για τη Ρωσία, ο συνεχιζόμενος πόλεμος βάλλει σε κίνδυνο τα εμβληματικά εργαλεία: την αφγανική σιδηροδρομική γραμμή Τερμέζ-Μαζάρι Σαρίφ-Καμπούλ-Πεσαβάρ και άλλα λοιπά έργα. Παρά την αναγνώριση της κυβέρνησης των Ταλιμπάν από τον Πούτιν τον Ιανουάριο 2026 και την αναστολή της απαγόρευσης τους από το ρωσικό Ανώτατο Δικαστήριο, ο εμπορικός τζίρος δεν αρκεί, αφού η ανασφάλεια στις μεταφορικές οδούς παραμένει αδύνατη. Παράλληλα, η ανθρωπιστική καταστροφή είναι τεράστια: 21,9 εκατ. Αφγανοί χρειάζονται ανθρωπιστική βοήθεια, πάνω από 17 εκατ. αντιμετωπίζουν οξύ λιμό, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες επιστρέφουν από Πακιστάν και Ιράν για να βρεθούν χωρίς στέγη, εργασία και προοπτικές. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η Ρωσία χρειάζεται περισσότερο ευέλικτη στρατηγική: διάλογο με Καμπούλ, Ισλαμαμπάντ, Τεχεράνη και Ντουσανμπέ, πραγματικοί μηχανισμοί ελέγχου στα σύνορα και διακριτική αντιμετώπιση 23.000 ενεργών στην περιοχή μαχητών.
Το άρθρο με τίτλο «Η Σύνοδος της Αγκύρας μπορεί να επαναφέρει τον Ζελένσκι και την Ουκρανία στο κέντρο των συνομιλιών του ΝΑΤΟ», που δημοσιεύτηκε στο Kyiv Post στις 23 Απριλίου από την Sevinj Osmanqizi, αναλύει τις προοπτικές της συνόδου του ΝΑΤΟ στην Αγκύρα τον Ιούλιο 2026, μέσω συνέντευξης με τον έμπειρο Τούρκο διπλωμάτη Umit Yardim. Ο Γκάρντιμ, πρώην πρεσβευτής της Τουρκίας στη Ρωσία και το Ιράν και αντιπρόσωπος στο ΝΑΤΟ, επισημαίνει ότι η Ουκρανία θα είναι ένα από τα κεντρικά θέματα, μαζί με την κρίση στη Μέση Ανατολή και το ζήτημα του ρόλου των ΗΠΑ στη συμμαχία. Υπογραμμίζει ότι ο Ζελένσκι θα μπορούσε να παραστεί στην Τουρκία ακόμα και αν η Ουκρανία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ, καθώς η Αγκύρα εργάζεται να επανεκκινήσει άμεσες διαπραγματεύσεις μεταξύ Ζελένσκι και Πούτιν. Κατά τον Γκάρντιμ, το μεγαλύτερο στρατηγικό ζήτημα στη σύνοδο μπορεί να είναι το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων υπό τον Τραμπ. Επισημαίνει ότι ο Τραμπ δεν δείχνει ιδιαίτερο ενθουσιασμό για συμμετοχή στη σύνοδο, αλλά ο Ερντογάν θα πιεσθεί για να τον φέρει στην Τουρκία. Ως προς το Στενό του Ορμούζ, ο Γκάρντιμ είναι αρνητικός ως προς μια γαλλοβρετανική ναυτική δύναμη στο στενό: θεωρεί ότι η ενεργοποίησή της θα επιδείνει δραματικά την κατάσταση λόγω της ιρανικής αντίθεσης, ενώ η Τουρκία δεν θα συμμετείχει σε τέτοια δομή. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Mark Rutte επισκέφθηκε την Αγκύρα στις 21-22 Απριλίου, συναντήθηκε με τον Ερντογάν και επισκέφθηκε την αμυντική βιομηχανία ASELSAN, επισημαίνοντας ότι η ανάπτυξη κοινής αμυντικής παραγωγής θα είναι ένα από τα βασικά θέματα της συνόδου. Ο Γκάρντιμ τονίζει ότι η Αγκύρα θέλει να επιβεβαιώσει τον ρόλο της ως δρώντα διεθνούς πρωταγωνιστή, διατηρώντας ταυτόχρονα την ισορροπία μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας, που όμως γίνεται ολοένα δυσκολότερη να διατηρηθεί.







