Νέα αξιολόγηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών μεταβάλλει τα έως τώρα δεδομένα για τις προθέσεις της Ρωσίας, καθώς εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο ο Βλαντίμιρ Πούτιν να επιχειρήσει μέσα στα επόμενα χρόνια μια περιορισμένη επίθεση εναντίον χώρας-μέλους του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με τη νέα εκτίμηση, μια τέτοια κίνηση δεν θα είχε κατ’ ανάγκη ως στόχο την κατάκτηση εδαφών, αλλά θα μπορούσε να αποσκοπεί στη δοκιμή της συνοχής της Συμμαχίας και, κυρίως, της αποφασιστικότητας των ΗΠΑ να εφαρμόσουν στην πράξη τις δεσμεύσεις τους απέναντι στους συμμάχους τους.
Τα σενάρια που εξετάζονται εκτείνονται από μεγάλης κλίμακας κυβερνοεπιθέσεις και άλλες υβριδικές επιχειρήσεις έως μια περιορισμένη χερσαία εισβολή στην ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, μέχρι πρόσφατα οι αμερικανικές υπηρεσίες εκτιμούσαν ότι ο Ρώσος πρόεδρος δύσκολα θα επιχειρούσε να ανοίξει δεύτερο μέτωπο όσο ο πόλεμος στην Ουκρανία βρίσκεται σε εξέλιξη. Ωστόσο, η αξιολόγηση αυτή φέρεται να έχει μεταβληθεί σημαντικά από τις αρχές του 2026.
Οι νέες αναλύσεις εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο μιας ρωσικής στρατιωτικής ή υβριδικής ενέργειας εναντίον κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ, με χρονικό ορίζοντα από το φθινόπωρο του 2026 έως το 2029.
Γιατί άλλαξε η αμερικανική εκτίμηση
Η αλλαγή στάσης συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ρωσία στο ουκρανικό μέτωπο.
Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι ουκρανικές επιθέσεις με drones προκαλούν ολοένα μεγαλύτερες ζημιές σε ρωσικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις και ενεργειακές υποδομές, την ώρα που οι ρωσικές δυνάμεις εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές απώλειες, χωρίς αντίστοιχα μεγάλα εδαφικά κέρδη.
Υπό αυτές τις συνθήκες, εξετάζεται το ενδεχόμενο ο Πούτιν να αναζητήσει μια διαφορετική στρατηγική κίνηση, η οποία θα μπορούσε αφενός να ενισχύσει τη θέση του στο εσωτερικό της Ρωσίας και αφετέρου να αμφισβητήσει την αξιοπιστία της δυτικής συμμαχίας.
Οι αμερικανικές υπηρεσίες θεωρούν ότι ο βασικός στόχος μιας τέτοιας ενέργειας δεν θα ήταν απαραίτητα η κατάκτηση εδάφους. Θα μπορούσε, αντίθετα, να είναι η δοκιμή της συνοχής του ΝΑΤΟ και της προθυμίας των ΗΠΑ να ενεργοποιήσουν τις δεσμεύσεις τους απέναντι σε έναν σύμμαχο.
Τα τρία σενάρια που εξετάζουν οι ΗΠΑ
Οι αμερικανικές υπηρεσίες δεν αποδίδουν την ίδια πιθανότητα σε όλα τα σενάρια.
Το πρώτο και ηπιότερο αφορά μια μεγάλης κλίμακας κυβερνοεπίθεση εναντίον χώρας του ΝΑΤΟ ή άλλες υβριδικές επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν κρίσιμες υποδομές.
Το δεύτερο προβλέπει την ανάπτυξη ενόπλων χωρίς διακριτικά, στα πρότυπα των λεγόμενων «μικρών πράσινων ανδρών» που εμφανίστηκαν στην Κριμαία το 2014. Στόχος θα μπορούσε να είναι η κατάληψη μιας περιορισμένης έκτασης εδάφους, με τη Μόσχα να διατηρεί σκόπιμη ασάφεια ως προς την ταυτότητα των δραστών.
Το τρίτο και σοβαρότερο, αλλά ταυτόχρονα λιγότερο πιθανό, αφορά μια περιορισμένη χερσαία εισβολή στην ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Οι αμερικανικές αξιολογήσεις εξακολουθούν να θεωρούν χαμηλή την πιθανότητα ενός τέτοιου σεναρίου, επισημαίνουν ωστόσο ότι ο κίνδυνος θα μπορούσε να αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου.
Η «γκρίζα ζώνη» του Άρθρου 5
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο η Ρωσία να επιχειρήσει μια ενέργεια κάτω από το όριο μιας ξεκάθαρης στρατιωτικής επίθεσης, δημιουργώντας αμφιβολίες για το αν και πώς θα πρέπει να ενεργοποιηθεί το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ.
Το Άρθρο 5 προβλέπει ότι επίθεση εναντίον ενός μέλους της Συμμαχίας θεωρείται επίθεση εναντίον όλων των συμμάχων.
Η πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου και ερευνήτρια του American Enterprise Institute, Χέδερ Κόνλεϊ, εκτιμά ότι η Ρωσία του Πούτιν επιδιώκει διαχρονικά να δοκιμάζει τα όρια του ΝΑΤΟ και να δημιουργεί αποστάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και των Ευρωπαίων συμμάχων τους.
Κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές και περιορισμένες υβριδικές επιχειρήσεις μπορούν, σύμφωνα με την ίδια προσέγγιση, να δημιουργήσουν μια «γκρίζα ζώνη», στην οποία η συλλογική στρατιωτική αντίδραση δεν είναι αυτονόητη.
Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υπενθυμίζουν ότι τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί περιστατικά που θεωρούνται ενδείξεις μιας τέτοιας στρατηγικής, μεταξύ άλλων η πτώση ρωσικών πυραύλων σε πολωνικό έδαφος και η είσοδος ρωσικών drones στον εναέριο χώρο της Ρουμανίας.
Ανησυχία για τα αμερικανικά αποθέματα όπλων
Η νέα αξιολόγηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το Πεντάγωνο εμφανίζεται προβληματισμένο για τα αποθέματα ορισμένων κρίσιμων πυρομαχικών.
Η πολυετής στρατιωτική υποστήριξη προς την Ουκρανία, σε συνδυασμό με τις αμερικανικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, έχει αυξήσει σημαντικά την κατανάλωση προηγμένων οπλικών συστημάτων.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ανησυχίες υπάρχουν για τα αποθέματα πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς Precision Strike Missile (PrSM) και ATACMS, καθώς και για αντιαεροπορικά συστήματα και αναχαιτιστές όπως οι Stinger, Patriot, THAAD και SM-3.
Τα συγκεκριμένα συστήματα θεωρούνται κρίσιμα τόσο για την ευρωπαϊκή όσο και για την ασιατική αποτροπή.
Το Πεντάγωνο, πάντως, απορρίπτει τις εκτιμήσεις περί επιχειρησιακού κενού. Εκπρόσωποί του υποστηρίζουν ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα για να ανταποκριθούν σε οποιαδήποτε αποστολή αποφασίσει η πολιτική ηγεσία.
Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος διαβεβαιώνει ότι βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη πρόγραμμα ενίσχυσης της αμερικανικής αμυντικής παραγωγής.
Ρωσία, Ιράν και Κίνα στον ίδιο γεωπολιτικό ορίζοντα
Η νέα εκτίμηση για τις προθέσεις του Πούτιν έρχεται να προστεθεί σε μια ιδιαίτερα σύνθετη γεωπολιτική εξίσωση για την Ουάσιγκτον.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να απαιτούν σημαντικούς αμερικανικούς στρατιωτικούς πόρους, ενώ η Κίνα παραμένει η μεγαλύτερη μακροπρόθεσμη στρατηγική πρόκληση για τις ΗΠΑ στον Ινδο-Ειρηνικό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι αμερικανικές υπηρεσίες εξετάζουν το ενδεχόμενο ο Βλαντίμιρ Πούτιν να επιχειρήσει μια περιορισμένη αλλά υψηλού συμβολισμού ενέργεια εναντίον του ΝΑΤΟ.
Ο στόχος μιας τέτοιας κίνησης, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, δεν θα ήταν απαραίτητα η πρόκληση μιας γενικευμένης σύγκρουσης, αλλά η διαπίστωση του κατά πόσο η Συμμαχία θα αντιδράσει ενιαία απέναντι σε μια ελεγχόμενη πρόκληση.
Ένα τέτοιο «τεστ» θα μπορούσε να έχει συνέπειες πολύ πέρα από το συγκεκριμένο περιστατικό, επηρεάζοντας τόσο την ασφάλεια της Ευρώπης όσο και την αξιοπιστία της δυτικής αποτρεπτικής ισχύος συνολικά.






