Σημαντικά ερωτήματα για τη λειτουργία και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου εγείρει ο πόλεμος στο Ιράν, σύμφωνα με τον Καθηγητή Νομικής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Διευθυντή της Μονάδας Νομικής Κλινικής του Πανεπιστημίου, Δρ Αντώνη Στυλιανού. Όπως δήλωσε στο ΚΥΠΕ, οι εξελίξεις γύρω από τη σύγκρουση δείχνουν ότι το διεθνές σύστημα μετακινείται σταδιακά από την «πολυμέρεια» προς τη «μονομέρεια», με ισχυρά κράτη να προχωρούν σε ενέργειες, χωρίς να λογοδοτούν στο διεθνές δίκαιο.
Ερωτηθείς για τις νομικές διαστάσεις του πολέμου, ο Δρ Στυλιανού σημείωσε ότι η σημερινή κατάσταση δημιουργεί πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα. Το διεθνές δίκαιο «δεν βιώνει τις καλύτερες του ημέρες» ανέφερε, καθώς φαίνεται να συντελούνται σημαντικές γεωπολιτικές και θεσμικές μετατοπίσεις στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται και εφαρμόζονται οι διεθνείς κανόνες.
Όπως ανέφερε, τα γεγονότα γύρω από τον πόλεμο στο Ιράν, αλλά και ζητήματα που προέκυψαν αμέσως προηγουμένως, για παράδειγμα στην περίπτωση της Βενεζουέλας ή της Γροιλανδίας, από πλευράς των ΗΠΑ, είναι πρωτόγνωρα νομικά, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Δηλαδή, για πρώτη φορά αναφύονται ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία του διεθνούς δικαίου, αλλά και τους νομικούς κανόνες που αφορούν είτε στην απειλή για χρήση βίας, είτε και στη χρήση βίας, που ξεφεύγουν από την παραδοσιακή αντίληψη που είχαμε γύρω από αυτά τα ζητήματα στο διεθνές δίκαιο.
Στις δηλώσεις του στο ΚΥΠΕ, ο Δρ Στυλιανού εξήγησε ότι το διεθνές δίκαιο απαγορεύει, στη βάση του Άρθρου 2(4) και 2(7) του Καταστατικού Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), οποιαδήποτε χρήση βίας από ένα κράτος κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε άλλου κράτους. Ωστόσο, οι μοναδικές εξαιρέσεις που προβλέπονται είναι δύο: πρώτον, η εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας (ΣΑ) του ΟΗΕ, και δεύτερον, η άσκηση του δικαιώματος της αυτοάμυνας, όταν ένα κράτος υφίσταται απειλή.
Αναφερόμενος στην πρώτη εξαίρεση που προβλέπεται στο διεθνές δίκαιο, ως προς την απαγόρευση χρήσης βίας, σε σχέση με το Ιράν, σημείωσε ότι «γνωρίζουμε ότι στην περίπτωση του Ιράν η εξουσιοδότηση από το ΣΑ, δεν θα μπορούσε να συμβεί, λόγω του ότι, προφανώς, η Ρωσία θα εξασκούσε το δικαίωμα βέτο που διατηρεί στο ΣΑ και η Κίνα το ίδιο».
Σε σχέση με τη δεύτερη εξαίρεση, η οποία αφορά την αυτοάμυνα, το διεθνές δίκαιο επιτρέπει ακόμη και την προληπτική χρήση βίας, πριν δηλαδή εκδηλωθεί μια επίθεση, μόνο όμως όταν η απειλή είναι άμεση, απολύτως αναγκαία και η αντίδραση είναι αναλογική της απειλής, σύμφωνα με τον Δρ Στυλιανού.
Όπως ανέφερε, μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί επίσημα, από πλευράς των ΗΠΑ, ποια ήταν η συγκεκριμένη άμεση απειλή από το Ιράν που να δικαιολογεί μια τέτοια στρατιωτική ενέργεια. «Αυτά που συμβαίνουν στο Ιράν αυτή τη στιγμή, είναι πρωτόγνωρα, για τον λόγο ότι, ενώ σε παρόμοιες περιπτώσεις οι ηγέτες των κρατών που προέβαιναν σε αυτού του είδους τις επεμβάσεις, προσπαθούσαν να αιτιολογήσουν την οποιαδήποτε χρήση βίας που ασκούσαν στη βάση του διεθνούς δικαίου και εν πάση περιπτώσει με μια δική τους ερμηνεία, αυτή τη στιγμή ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν προσφέρει την οποιαδήποτε αιτιολόγηση των δράσεων των ΗΠΑ, η οποία να εδράζεται σε οποιαδήποτε ανάλυση ή ερμηνεία του διεθνούς δικαίου», πρόσθεσε.
Ταυτόχρονα, ωστόσο, επισήμανε ότι το Ιράν τα τελευταία χρόνια έχει επανειλημμένα απειλήσει τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενώ στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν εντάσεις και συγκρούσεις, όπως ο λεγόμενος «πόλεμος των 12 ημερών» τον Ιούνιο του 2025.
Σύμφωνα με τον Δρ Στυλιανού, το συμπέρασμα της τρέχουσας διεθνούς συγκυρίας σε σχέση με το διεθνές δίκαιο, είναι ότι «επιστρέφουμε σε μια μονομέρεια, από την πολυμέρεια, η οποία όριζε τις διεθνείς σχέσεις και άρα το διεθνές δίκαιο προηγουμένως. Αυτή η μονομέρεια σημαίνει ότι πλέον τα κράτη, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να ασκούν μονομερείς δράσεις, μπορούν να το κάνουν αυτό όποτε και όπου θέλουν, χωρίς να λογοδοτούν στο διεθνές δίκαιο».
«Για τους λόγους αυτούς, το διεθνές δίκαιο, όπως σήμερα φαίνεται να τυγχάνει αντίληψης, δεν βαίνει ή δεν βιώνει τις καλύτερες του μέρες. Μάλλον τεκταίνονται γεωπολιτικές μετακινήσεις όσον αφορά στο ίδιο το διεθνές δίκαιο και αυτό θα πρέπει να τονίσουμε, ότι είναι ιδιαίτερα, αν θέλετε, «επικίνδυνο» για το τι μέλλει γενέσθαι σε σχέση με το ίδιο το διεθνές δίκαιο, το οποίο θα έπρεπε να ορίζει ακριβώς τις δράσεις των κρατών, αλλά αυτή τη στιγμή βλέπουμε κράτη να δρούν εκτός του οποιοδήποτε πλαισίου του διεθνούς δικαίου», πρόσθεσε.
Αναφερόμενος στην πορεία της σύγκρουσης, ο Δρ Στυλιανού σημείωσε ότι βρισκόμαστε ήδη στη δεύτερη εβδομάδα του πολέμου, χωρίς να διαφαίνεται άμεση προοπτική τερματισμού. Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις του Προέδρου των ΗΠΑ, ότι οι συγκρούσεις θα διαρκούσαν περίπου τρεις έως τέσσερις εβδομάδες, «μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται οποιαδήποτε άμεση προοπτική τερματισμού του πολέμου», ανέφερε, προσθέτοντας ότι αντί για αποκλιμάκωση παρατηρείται κλιμάκωση των επιθέσεων. Εξάλλου, συμπλήρωσε ότι ο πόλεμος φαίνεται να αποκτά περιφερειακή διάσταση, καθώς έχουν πληγεί εγκαταστάσεις ή συμφέροντα σε συνολικά 13 χώρες, μεταξύ των οποίων, και η βρετανική βάση του Ακρωτηρίου, στην Κύπρο.
Παράλληλα, υπενθύμισε ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, οι στόχοι της επιχείρησης είναι η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν, η καταστροφή της παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν και η εξουδετέρωση του πολεμικού ναυτικού της χώρας.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο Δρ Στυλιανού εκτιμά ότι η πιο άμεση, από οικονομικής πλευράς, συνέπεια της σύγκρουσης είναι το «ενεργειακό σοκ». Μέσω των Στενών του Ορμούζ, τα οποία ελέγχονται από το Ιράν, διέρχεται περίπου πέραν του 20% του παγκόσμιου εμπορίου και κυρίως το 20-25% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, πρόσθεσε. Από περίπου 1.500 δεξαμενόπλοια που διέρχονταν καθημερινά από τα Στενά, σήμερα περνούν μόλις περίπου 100. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει ήδη τις διεθνείς αγορές ενέργειας, με την τιμή του πετρελαίου να ξεπερνά, πρόσφατα, τα 100 δολάρια το βαρέλι και εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για πιθανή άνοδο ακόμη και στα 124 δολάρια, αν συνεχιστεί η σύγκρουση, ανέφερε.
Οι επιπτώσεις του πολέμου για την Κύπρο
Ερωτηθείς για τις επιπτώσεις του πολέμου για την Κύπρο, ο Δρ Στυλιανού εκτιμά ότι οι συνέπειες θα είναι κυρίως οικονομικές.
Πρώτον, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου αναμένεται να επηρεάσει άμεσα το κόστος καυσίμων στη χώρα, δήλωσε στο ΚΥΠΕ. Ήδη παρατηρούνται μικρές αυξήσεις της τάξης των δύο έως τριών σεντ ανά λίτρο, ενώ εκτιμάται ότι οι τιμές ενδέχεται να αυξηθούν περαιτέρω όταν φτάσουν στην κυπριακή αγορά νέα φορτία καυσίμων που αγοράστηκαν σε υψηλότερες τιμές.
Δεύτερον, ενδέχεται να επηρεαστεί ο τουρισμός, καθώς όπως αναφέρει «δυστυχώς τα ξένα μέσα μαζικής ενημέρωσης μεταφέρουν ένα μήνυμα ότι στην Κύπρο βρισκόμαστε στα καταφύγια και απλά βγαίνουμε για ελάχιστο χρόνο έξω από αυτά. Δεν είναι η πραγματικότητα αυτή».
Ο Δρ Στυλιανού επισήμανε ότι παρά το γεγονός ότι η Κύπρος αποτελεί πιθανό στόχο λόγω της ύπαρξης βρετανικών βάσεων και αμερικανικών συμφερόντων στην επικράτεια, η ασφάλεια γύρω από το νησί έχει ενισχυθεί σημαντικά με την παρουσία στρατιωτικών μέσων από χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία και άλλα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Τέλος, σημείωσε ότι ενδέχεται να υπάρξουν επιπτώσεις στις μεταφορές, καθώς και στο εμπόριο, λόγω πιθανών διαταραχών στις θαλάσσιες και αεροπορικές μετακινήσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Παρά τις προκλήσεις, ο Δρ Στυλιανού υπογράμμισε ότι η Κύπρος παραμένει ένα από τα πιο σταθερά κράτη της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου.
Πηγή: ΚΥΠΕ






