Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) επέβαλε πέρυσι αυστηρούς περιορισμούς στις δραστηριότητες της Revolut στην Ευρώπη, εξαιτίας ανησυχιών για τις διαδικασίες ταχείας έγκρισης νέων χρηματοοικονομικών προϊόντων, σύμφωνα με ρεπορτάζ των Financial Times.
Οι περιορισμοί, που δεν είχαν μέχρι σήμερα δημοσιοποιηθεί, αφορούσαν κυρίως την ευρωπαϊκή θυγατρική της βρετανικής fintech και τέθηκαν σε ισχύ το καλοκαίρι του 2025. Όπως αναφέρουν πηγές με γνώση της υπόθεσης, η ΕΚΤ ανέστειλε προσωρινά τη δυνατότητα της Revolut να λανσάρει νέα προϊόντα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο έως ότου διορθωθούν «ελλείψεις» στις διαδικασίες έγκρισης.
Παράλληλα, η εταιρεία υποχρεώθηκε να αναθέσει σε τρίτο φορέα την αξιολόγηση των λειτουργιών διαχείρισης κινδύνου, κανονιστικής συμμόρφωσης και νομικού ελέγχου που σχετίζονται με την ανάπτυξη νέων προϊόντων. Εκτός ΕΕ, οι περιορισμοί ήταν ακόμη πιο αυστηροί, καθώς η Revolut δεν μπορούσε να προχωρήσει σε εξαγορές ούτε να αποκτήσει νέους πελάτες.
Σύγκρουση μοντέλων ανάπτυξης
Οι παρεμβάσεις της ΕΚΤ ανέδειξαν τη σύγκρουση μεταξύ της ταχύτατης ανάπτυξης των fintech και του ρυθμιστικού πλαισίου που επιδιώκει τον περιορισμό κινδύνων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η στρατηγική του συνιδρυτή και CEO της Revolut, Nik Storonsky, βασίζεται στην ταχεία ανάπτυξη προϊόντων με περιορισμένη εποπτεία, περιγράφοντας της ως «self-guided missiles».
Το μοντέλο αυτό συνέβαλε στην εκρηκτική άνοδο της εταιρείας, η οποία μέσα σε περίπου μία δεκαετία έχει ξεπεράσει σε αποτίμηση πολλές παραδοσιακές ευρωπαϊκές τράπεζες. Ωστόσο, έχει επανειλημμένα φέρει τη Revolut σε αντιπαράθεση με ρυθμιστικές αρχές, τόσο στην Ευρώπη όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ρυθμιστικό πλαίσιο και ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα
Σύμφωνα με τους Financial Times, η υπόθεση αναδεικνύει και τις ευρύτερες ανησυχίες για το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να αναδείξει ισχυρούς τεχνολογικούς «πρωταθλητές», σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, δεδομένων των αυστηρότερων ρυθμιστικών απαιτήσεων που ενδέχεται να περιορίζουν την καινοτομία.
Η Revolut λειτουργεί στην Ευρώπη υπό την εποπτεία της ΕΚΤ και της Τράπεζας της Λιθουανίας, η οποία της χορήγησε τραπεζική άδεια το 2018. Το διοικητικό συμβούλιο της ευρωπαϊκής δραστηριότητας ενημερώθηκε για τους περιορισμούς τον Ιούλιο του 2025.
Εξέλιξη μετά τους περιορισμούς
Πηγές κοντά στην εταιρεία αναφέρουν ότι έκτοτε η Revolut έχει ενισχύσει τις εσωτερικές διαδικασίες αξιολόγησης νέων προϊόντων, με μεγαλύτερη εμπλοκή εξειδικευμένων στελεχών. Δεν είναι σαφές αν όλοι οι περιορισμοί έχουν πλέον αρθεί.
Παρά τις παρεμβάσεις, η εταιρεία συνέχισε να επεκτείνει τις δραστηριότητές της στην Ευρώπη, λανσάροντας προϊόντα όπως στεγαστικά δάνεια, λογαριασμούς για εφήβους και φυσικά καταστήματα, ενώ αύξησε περαιτέρω τη πελατειακή της βάση.
Αποτίμηση και διεθνής επέκταση
Σύμφωνα με τους Financial Times, η Revolut βρίσκεται σε διαδικασία νέας πώλησης μετοχών που την αποτιμά στα 115 δισ. δολάρια, επίπεδο που θα την καθιστούσε την έβδομη μεγαλύτερη τράπεζα στην Ευρώπη με βάση τη χρηματιστηριακή αξία. Στο παρελθόν, η εταιρεία είχε θέσει ως στόχο δημόσια εγγραφή με αποτίμηση έως και 200 δισ. δολάρια.
Η fintech αριθμεί σήμερα περίπου 75 εκατ. πελάτες, ενώ το 2024 κατέγραψε αύξηση 57% στα προ φόρων κέρδη, στα 1,7 δισ. στερλίνες, με έσοδα 4,5 δισ. στερλίνες.
Παράλληλα, επεκτείνεται διεθνώς, έχοντας εξασφαλίσει τραπεζική άδεια στο Μεξικό και υποβάλει αίτηση για άδεια στις ΗΠΑ, ενισχύοντας το αποτύπωμά της εκτός Ευρώπης.
Η ΕΚΤ αρνήθηκε να σχολιάσει, ενώ η Revolut δήλωσε, σύμφωνα με τους Financial Times, ότι διατηρεί «συνεχή και εποικοδομητικό διάλογο» με τις εποπτικές αρχές και δεσμεύεται για υψηλά πρότυπα εταιρικής διακυβέρνησης και διαχείρισης κινδύνων.







