Τα ισχύοντα δεδομένα αναφορικά με την παροχή σύνταξης (κοινωνικής και θεσμοθετημένης σύνταξης) σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφει έρευνα της Υπηρεσίας Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων της Βουλής.
Στο πλαίσιο της συζήτησης και του δημόσιου διαλόγου για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, ο βουλευτής της εκλογικής περιφέρειας Αμμοχώστου, Νίκος Κέττηρος, ζήτησε τη διεξαγωγή έρευνας για τα ισχύοντα αναφορικά με την παροχή σύνταξης (κοινωνικής και θεσμοθετημένης σύνταξης) σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Προς το σκοπό αυτό, στάλθηκε σχετικό αίτημα στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Κοινοβουλευτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης (ECPRD), το οποίο περιλαμβάνει τα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Ποιες παροχές συντάξεων γήρατος προνοούνται βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στη νομοθεσία της χώρας σας;
2. Ποια είναι η αρμόδια αρχή για την εξέταση των αιτήσεων και από ποιο ταμείο καταβάλλονται οι συντάξεις;
3. Αναφέρετε τις κατηγορίες επαγγελμάτων στη βάση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα σας.
4. Ποια είναι η ηλικία συνταξιοδότησης με βάση τη νομοθεσία; Αναφέρετε τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης.
5. Ποιο είναι το χαμηλότερο ποσό που παρέχεται σε δικαιούχο σύνταξης;
Απαντήσεις από 22 χώρες
Παροχές συντάξεων γήρατος βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης
Όλες οι χώρες που ανταποκρίθηκαν αναφέρουν ότι, βάσει του κρατικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης της χώρας τους, προνοείται το δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος υπό προϋποθέσεις, που στις περισσότερες χώρες είναι η συμπλήρωση της νόμιμης συντάξιμης ηλικίας και η συσσώρευση της ελάχιστης περιόδου ασφάλισης.
Γενικά τα είδη κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται σε:
• ανταποδοτικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο η σύνταξη είναι ανάλογη των εισφορών που έχει συσσωρεύσει κάθε εργαζόμενος,
• μη ανταποδοτικό ή διανεμητικό σύστημα στα πλαίσια της διαγενεακής αλληλεγγύης, το οποίο ευνοεί τους χαμηλόμισθους, τους μακροχρόνια ανέργους, τους γονείς με παιδιά, τους αρρώστους κ.λπ., σύμφωνα με το οποίο οι εισφορές των παρόντων εργαζομένων χρησιμοποιούνται για την καταβολή των συντάξεων των παρόντων συνταξιούχων και
• υβριδικό σύστημα, δηλαδή συνδυασμός των πιο πάνω, αλλά με διαφοροποιήσεις ως προς τα επιμέρους στοιχεία τους.
Στις περισσότερες χώρες προβλέπεται επίσης η δυνατότητα πρόωρης συνταξιοδότησης με συνεπακόλουθη μείωση της σύνταξης αναλόγως του χρόνου που υπολείπεται έως τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης.
Το ηλικιακό όριο για πρόωρη συνταξιοδότηση και το ποσοστό μείωσης της παροχής διαφέρουν από χώρα σε χώρα.
Δικαίωμα σε πρόωρη σύνταξη χωρίς μειώσεις
Σημειώνεται ότι στην Εσθονία έχουν δικαίωμα σε πρόωρη σύνταξη γήρατος χωρίς μειώσεις γονείς ή σύζυγοι γονέων ή κηδεμόνες ή φροντιστές τουλάχιστον τριών παιδιών ή ενός παιδιού με αναπηρία ή άτομα που εργάστηκαν σε επικίνδυνα για την υγεία επαγγέλματα.
Στη Σλοβακία επίσης γονείς που έχουν την επιμέλεια και ανατροφή τουλάχιστον ενός παιδιού δικαιούνται να συνταξιοδοτηθούν πρόωρα (η ηλικία συνταξιοδότησης μειώνεται κατά έξι μήνες για κάθε παιδί).
Επιπλέον οφελήματα
Εκτός των συντάξεων γήρατος βάσει του κρατικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, κάποιες χώρες αναφέρουν την ύπαρξη ιδιωτικών προαιρετικών συνταξιοδοτικών συστημάτων (ανταποδοτικό σύστημα), μέσω των οποίων οι συμμετέχοντες με ιδιωτικές συνταξιοδοτικές εισφορές, που καταβάλλονται από τους ίδιους ή για λογαριασμό τους, συσσωρεύουν πρόσθετο συνταξιοδοτικό κεφάλαιο.
Πρόσθετα, βάσει του κρατικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, σε κάποιες χώρες παρέχονται και κάποια άλλα ωφελήματα τα οποία συνδέονται με τη σύνταξη γήρατος, όπως επίδομα θέρμανσης για ανθρακωρύχους και επίδομα άδειας (Βέλγιο), μόνιμο συμπλήρωμα παρακολούθησης που χορηγείται σε δικαιούχους σύνταξης που έχουν ανάγκη μόνιμης παρακολούθησης (Γαλλία), έκπτωση σε δημόσιες συγκοινωνίες (Σλοβακία) κ.λπ.
Παραδείγματα χωρών
Στο Βέλγιο οι συντάξεις γήρατος παρέχονται στη βάση τριών διαφορετικών συνταξιοδοτικών καθεστώτων για μισθωτούς, αυτοαπασχολουμένους και δημόσιους υπαλλήλους.
Στη Βουλγαρία από το 2000 ισχύει το τριπυλωνικό συνταξιοδοτικό μοντέλο: Υποχρεωτικό σύστημα συνταξιοδοτικής ασφάλισης (Πυλώνας Ι), που περιλαμβάνει όλες σχεδόν τις κατηγορίες των εργαζομένων και διέπεται από την αρχή κάλυψης του κόστους, συμπληρωματική υποχρεωτική συνταξιοδοτική ασφάλιση (Πυλώνας ΙΙ), που βασίζεται σε καθορισμένες ασφαλιστικές εισφορές που συσσωρεύονται και κεφαλαιοποιούνται σε ατομικούς συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς και αφορούν μόνο τους κινδύνους θανάτου και γήρατος και συμπληρωματική προαιρετική συνταξιοδοτική ασφάλιση (Πυλώνας ΙΙΙ), η οποία εφαρμόζεται σε κεφαλαιοποιητική βάση και διασφαλίζει μια τρίτη ισόβια ή ορισμένου χρόνου προσωπική σύνταξη γήρατος ή αναπηρίας, καθώς και σύνταξη επιζώντος σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου.
Στη Γερμανία η παροχή σύνταξης γήρατος διαφοροποιείται με βάση την περίοδο ασφάλισης του συνταξιούχου: Η τυπική σύνταξη παρέχεται σε συνταξιούχους που έχουν καταβάλει εισφορές για 10 τουλάχιστον 5 έτη, η σύνταξη γήρατος για μακροχρόνια ασφαλισμένους παρέχεται σε συνταξιούχους που έχουν συμπληρώσει περίοδο ασφάλισης 35 ετών, η σύνταξη γήρατος για ιδιαίτερα μακροχρόνια ασφαλισμένους παρέχεται σε συνταξιούχους που έχουν συμπληρώσει 45 έτη ασφάλισης και η σύνταξη για άτομα με σοβαρή αναπηρία που καταβάλλεται σε άτομα που έχουν αναγνωριστεί ως άτομα με σοβαρή αναπηρία κατά την έναρξη της συνταξιοδότησής τους και έχουν συμπληρώσει 35 έτη περίοδο αναμονής.
Στην Ελλάδα στο συνταξιοδοτικό ασφαλιστικό σύστημα αποτελείται από δύο συνιστώσες: Την εθνική σύνταξη που χρηματοδοτείται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό και την ανταποδοτική σύνταξη που συνδέεται με τις ασφαλιστέες αποδοχές του συνταξιούχου κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου.
Στη Λετονία το συνταξιοδοτικό σύστημα περιλαμβάνει 3 επίπεδα: Το κρατικό υποχρεωτικό μη κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό σύστημα,·το οποίο βασίζεται στις κρατικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και λειτουργεί με βάση την αρχή της διαγενεακής αλληλεγγύης, το κρατικό υποχρεωτικό κεφαλαιοποιητικό συνταξιοδοτικό σύστημα, ·στόχος του οποίου είναι η μελλοντική αύξηση του ποσού των συντάξεων με την κεφαλαιοποίηση μέρους της υφιστάμενης εισφοράς 20% στην ασφάλιση συντάξεων και το ιδιωτικό προαιρετικό συνταξιοδοτικό σύστημα, σκοπός του οποίου είναι να επιτρέψει στους συμμετέχοντες, μέσω ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων, να συσσωρεύουν και να επενδύουν εθελοντικές εισφορές που καταβάλλονται από τους ίδιους ή για λογαριασμό τους, παρέχοντας έτσι πρόσθετο συνταξιοδοτικό κεφάλαιο.
Στο Λουξεμβούργο αναφέρεται η ύπαρξη μηχανισμών τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, οι οποίοι προσαρμόζουν τις συντάξεις σε τακτική βάση. Εάν η υπολογισμένη σύνταξη είναι κατώτερη του νόμιμα καθορισμένου ορίου, με την εγγύηση ελάχιστης σύνταξης διασφαλίζεται ότι ο δικαιούχος λαμβάνει ένα βασικό εισόδημα, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταβάλει εισφορές για τουλάχιστον 20 χρόνια.
Στην Πολωνία παρέχονται μη ανταποδοτικές συντάξεις γήρατος σε επαγγελματίες στρατιώτες, αξιωματικούς, δικαστές και εισαγγελείς, ενώ στη Σουηδία για συνταξιούχους που δεν έχουν ή έχουν χαμηλές συντάξεις προνοούνται βασικές παροχές προστασίας (εγγυημένη σύνταξη και επίδομα στέγασης), καθώς και επίδομα σύνταξης εισοδήματος, που αποτελούν δίχτυ προστασίας για τους χαμηλοσυνταξιούχους.
Αρμόδια αρχή εξέτασης των αιτήσεων και ταμείο καταβολής των συντάξεων
Στις περισσότερες χώρες υπάρχει ενιαίος κρατικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης που έχει την αρμοδιότητα εξέτασης και διαχείρισης των αιτήσεων σύνταξης, ενώ άλλες χώρες διαθέτουν διαφορετικούς οργανισμούς/φορείς κοινωνικής ασφάλισης αναλόγως της επαγγελματικής κατηγορίας των εργαζομένων (αγρότες, αυτοαπασχολούμενοι, εργάτες κ.ο.κ.).
Η καταβολή των συντάξεων πραγματοποιείται από τα ταμεία συντάξεων των εκάστοτε κρατικών οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και στις περιπτώσεις συντάξεων που παρέχονται βάσει ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες.
Κατηγορίες εργαζομένων
Στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης των περισσοτέρων χωρών γίνεται κατηγοριοποίηση των ασφαλισμένων με βάση τη φύση της εργασιακής τους σχέσης (μισθωτοί, αυτοαπασχολούμενοι), το επάγγελμα και τον τρόπο αμοιβής τους ( π.χ. δημόσιοι υπάλληλοι, εργάτες οικοδομών, αγρότες, ναυτικοί κ.ά.), το επίπεδο του εισοδήματος (άτομα με χαμηλό εισόδημα, εποχικοί εργαζόμενοι), τη μορφή απασχόλησης (πλήρης, μερική ή περιστασιακή απασχόληση), τις συνθήκες εργασίας και ειδικότερα τον κίνδυνο απώλειας της ικανότητας εργασίας, την κοινωνική τους κατάσταση (άτομα με αναπηρία, πολύτεκνοι γονείς, άνεργοι, φροντιστές ατόμων με αναπηρία, άτομα που τυγχάνουν κρατικής οικονομικής βοήθειας κ.ά.).
Ωστόσο, στη Σλοβακία και στη Σουηδία δεν υφίσταται επαγγελματική κατηγοριοποίηση των εργαζομένων στη βάση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.
Ηλικία συνταξιοδότησης
Το ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα και κυμαίνεται από 60 έως 67 έτη. Γενικά σημειώνεται μια αυξητική τάση στην ηλικία συνταξιοδότησης, που προσαρμόζεται με το αυξανόμενο προσδόκιμο ζωής.
Σε κάποιες χώρες (Αυστρία, Βουλγαρία, Ουγγαρία, Πολωνία) καταγράφονται διαφορετικές ηλικίες συνταξιοδότησης για γυναίκες και άνδρες. Ωστόσο, στις 12 περισσότερες χώρες δεν υπάρχει έμφυλη διάκριση αναφορικά με την ηλικία συνταξιοδότησης.
Το χαμηλότερο ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης καταγράφεται στην Αυστρία και Πολωνία (60 έτη για τις γυναίκες).
Στην Ουγγαρία οι γυναίκες δικαιούνται πλήρη σύνταξη γήρατος ανεξάρτητα από την ηλικία τους, εάν έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 40 έτη επιλεξιμότητας, δηλαδή περίοδο υπηρεσίας σε κερδοσκοπική δραστηριότητα και περίοδο λήψης επιδόματος ανατροφής τέκνων, καθώς και περιόδους που θεωρούνται ισοδύναμες.
Χαμηλό ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης σημειώνεται στο Λουξεμβούργο (57 έτη, εάν ο ασφαλισμένος έχει συμπληρώσει 480 μήνες υποχρεωτικών εισφορών), στη Σλοβενία (60 έτη με τη συμπλήρωση 40 ετών ασφαλιστικής περιόδου χωρίς εξαγορασμένες περιόδους) και στην Ελλάδα (62 έτη με την προϋπόθεση συμπλήρωσης ασφαλιστικής περιόδου διάρκειας 40 ετών).
Οι ηλικίες συνταξιοδότησης στις περισσότερες χώρες κυμαίνονται από 65 έως 67 έτη. Στην Πορτογαλία τα επαγγέλματα ταχείας συνταξιοδότησης, π.χ. εργαζόμενοι σε ορυχεία, λατομεία, μεταλλεία, επαγγελματίες κλασικού ή σύγχρονου μπαλέτου, οι λιμενεργάτες στο εθνικό λιμενικό εργατικό δυναμικό κ.ά., διέπονται από ειδικό καθεστώς, που τους επιτρέπει να συνταξιοδοτούνται από την ηλικία των 45 ετών, ανάλογα με τον τύπο του επαγγέλματος και τα έτη συνεισφοράς.
Τρόπος υπολογισμού της σύνταξης
Από τις απαντήσεις των χωρών που ανταποκρίθηκαν στο αίτημα διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει ένας ενιαίος τρόπος υπολογισμού της σύνταξης γήρατος. Στις περισσότερες χώρες τα συνταξιοδοτικά συστήματα συνυπολογίζουν 3 παράγοντες: Τις εισφορές που καταβλήθηκαν, τα χρόνια ασφάλισης και σε κάποιες χώρες την κρατική εγγύηση.
Ασφαλισμένοι που συνταξιοδοτούνται πρόωρα λαμβάνουν χαμηλότερη σύνταξη, ενώ ασφαλισμένοι που καθυστερούν να συνταξιοδοτηθούν λαμβάνουν μπόνους.
Διακρίνονται διαφορετικά μοντέλα υπολογισμού της σύνταξης γήρατος που βασίζονται στις ακόλουθες παραμέτρους:
i. Καθορισμένες παροχές: Η σύνταξη ισούται με το γινόμενο 3 συντελεστών που είναι τα έτη ασφάλισης, ο μέσος μισθός του εργασιακού βίου και το ποσοστό αναπλήρωσης.
ii. Μονάδες: Οι εργαζόμενοι συσσωρεύουν για κάθε εργασιακό έτος μονάδες ανάλογες των εισφορών που καταβλήθηκαν. Το ύψος της σύνταξης γήρατος ισούται με το γινόμενο του αριθμού των μονάδων επί της αξίας των μονάδων.
iii. Κεφαλαιοποίηση: Συσσώρευση εισφορών με επιτόκιο και μετατροπή τους σε μηνιαίο ποσό.
iv. Επένδυση εισφορών: Οι εισφορές των εργαζομένων επενδύονται και το ύψος της σύνταξης είναι ανάλογο των κεφαλαίων που προκύπτουν.
v. Μικτό σύστημα: Συνδυασμός διαφόρων μοντέλων. Η σύνταξη αποτελείται από 2 ή 3 μέρη, την τελική σύνταξη, η οποία περιλαμβάνει συνήθως τη δημόσια βασική σύνταξη, την ανταποδοτική σύνταξη και την κεφαλαιοποιητική σύνταξη (π.χ. Ελλάδα, Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία, Σουηδία).
Κατώτατο ποσό σύνταξης
Το κατώτατο ποσό σύνταξης γήρατος (δηλαδή το ελάχιστο ποσό που εγγυάται το κράτος) παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των χωρών (από €250 έως €2.350 μηνιαίως).
Το ύψος του έχει άμεση σχέση με το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης της εκάστοτε χώρας και το κόστος ζωής (βιοτικό επίπεδο). Ωστόσο, κάποιες χώρες (Γερμανία, Λιθουανία) δεν έχουν θεσμοθετημένο κατώτατο ποσό σύνταξης. Παρέχουν όμως κάποια μορφή προστασίας των χαμηλοσυνταξιούχων, όπως για παράδειγμα στη Γερμανία η παροχή «βασικής εγγύησης στο γήρας» (Grundversicherung im Alter), ως συμπλήρωμα σε συνταξιούχους που η σύνταξή τους είναι πολύ χαμηλή.
Τι ισχύει στην Κύπρο
Στην Κυπριακή Δημοκρατία οι παροχές που αφορούν συντάξεις γήρατος ρυθμίζονται από τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 2010 και τον περί Χορήγησης Κοινωνικής Σύνταξης Νόμο του 1995.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας:
α. Θεσμοθετημένη σύναξη (σύνταξη γήρατος)
Σύμφωνα με τον Νόμο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων:
Σύνταξη γήρατος δικαιούνται όλοι οι ασφαλισμένοι του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ανεξάρτητα από κατηγορία ασφάλισης, δηλαδή μισθωτοί, αυτοτελώς εργαζόμενοι και προαιρετικά ασφαλισμένοι.
Οι προϋποθέσεις για την πληρωμή σύνταξης γήρατος είναι ο ασφαλισμένος:
• να έχει συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, δηλαδή το 65ο έτος της ηλικίας του
• να έχει συμπληρώσει πραγματική βασική ασφάλιση 10 τουλάχιστον ασφαλιστικών μονάδων και να έχουν παρέλθει 520 εβδομάδες από την εβδομάδα έναρξης της ασφάλισής του.
Ασφαλισμένος ωστόσο δικαιούται να πάρει σύνταξη γήρατος με τη συμπλήρωση της ηλικίας των 63 ετών αν:
• ικανοποιεί τις πιο πάνω ασφαλιστικές προϋποθέσεις και ο αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων της βασικής ασφάλισης (πραγματικής και εξομοιούμενης) δεν υπολείπεται του 70% του αριθμού των ετών που εμπίπτουν στη σχετική περίοδο αναφοράς ή
• κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας των 63 ετών δικαιούνταν σύνταξη ανικανότητας ή είναι ηλικίας μεταξύ 63 και 65 ετών και θα δικαιούνταν σύνταξη ανικανότητας αν δεν είχε συμπληρώσει την ηλικία των 63 ετών.
β. Κοινωνική σύνταξη
Ο νόμος για τη χορήγηση κοινωνικής σύνταξης τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Μαΐου 1995 και σκοπό έχει τη χορήγηση σύνταξης σε όλους τους κατοίκους της Κυπριακής Δημοκρατίας οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ηλικία των 65 ετών και δεν δικαιούνται σύνταξη ή άλλη παρόμοια πληρωμή από οποιαδήποτε πηγή.
Κοινωνική σύνταξη δικαιούνται πρόσωπα που:
• συμπλήρωσαν την ηλικία
• με τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 ετών ή μετέπειτα ικανοποιούν τις προϋποθέσεις διαμονής και
• δεν δικαιούνται από οποιαδήποτε πηγή σύνταξη ή άλλη παρόμοια πληρωμή της οποίας το μηνιαίο ύψος είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το μηνιαίο ύψος της κοινωνικής σύνταξης.
Αρμόδια αρχή για την εξέταση αιτήσεων για την παροχή θεσμοθετημένης και κοινωνικής σύνταξης είναι οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων που υπάγονται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Η θεσμοθετημένη σύνταξη (σύνταξη γήρατος) καταβάλλεται στους δικαιούχους από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η κοινωνική σύνταξη από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.
Με βάση το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης υπάρχουν τρεις κατηγορίες δικαιούχων: μισθωτοί, αυτοτελώς εργαζόμενοι και προαιρετικά ασφαλισμένοι.
Σύμφωνα με τους Κανονισμούς περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Κανονισμός 16, υπάρχουν οι ακόλουθες επαγγελματικές κατηγορίες αυτοτελώς εργαζομένων:
• Ιατροί, φαρμακοποιοί, ειδικοί σε θέματα Υγείας (διπλωματούχοι) • Λογιστές, οικονομολόγοι, δικηγόροι και άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες • Διευθυντές (επιχειρηματίες), κτηματομεσίτες, χονδρέμποροι. • Καθηγητές/Δάσκαλοι (πανεπιστημίου, μέσης εκπαίδευσης, δημοτικής εκπαίδευσης, προσχολικής ηλικίας, βοηθοί δάσκαλοι, ειδικοί δάσκαλοι) • Οικοδόμοι και πρόσωπα που ασκούν επάγγελμα συναφές προς την οικοδομική βιομηχανία. • Γεωργοί, κτηνοτρόφοι, πτηνοτρόφοι, αλιείς και ασχολούμενοι με παρόμοια επαγγέλματα. • Οδηγοί, χειριστές εκσκαφέων και ασχολούμενοι με παρόμοια επαγγέλματα. • Τεχνικοί βοηθοί, συνεργάτες μέσων μαζικής επικοινωνίας, χειριστές μηχανημάτων όχι συναφή με την οικοδομική βιομηχανία και 5 συναρμολογητές προϊόντων από μέταλλο, ελαστικό, πλαστικό, ξύλο και παρόμοια υλικά. • Γραφείς, δακτυλογράφοι, ταμίες, ιδιαίτερες γραμματείς. • Τεχνίτες που δεν υπάγονται σε άλλη επαγγελματική κατηγορία. • Καταστηματάρχες (περιλαμβάνονται τα περίπτερα, τα κομμωτήρια και οι αισθητικοί). • Κρεοπώλες, αρτοποιοί, ζαχαροπλάστες, παρασκευαστές/ συντηρητές προϊόντων από κρέας, γάλα, φρούτα, καπνό και ασχολούμενοι με παρόμοια επαγγέλματα. • Πλανοδιοπώλες, διανομείς ταχυδρομείου, εργάτες συλλογής σκυβάλων, εργάτες μεταλλείων / λατομείων / ειδών από πέτρα, ναύτες, ειδικοί για υποβρύχιες κατασκευές, εγκαταστάτες ανυψωτικού εξοπλισμού και συρματόσχοινων και οδοκαθαριστές, υπεύθυνοι για παροχή υπηρεσιών και πωλητές. • Καθαριστές, κλητήρες, φύλακες, ιδιοκτήτες καθαριστηρίων. • Σχεδιαστές, χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών, μηχανικοί πλοίων, πράκτορες και παρόμοιοι, μουσικοί, ταχυδακτυλουργοί. • Πρόσωπα που δεν υπάγονται σε άλλη επαγγελματική κατηγορία.
Συντάξιμη ηλικία
«συντάξιμη ηλικία» σημαίνει την ηλικία των εξήντα πέντε (65) ετών, σε περίπτωση όμως προσώπου που δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη, σημαίνει την ηλικία των εξήντα τριών (63) ετών και αυτή αναπροσαρμόζεται από το 2018, με τρόπο που θα καθορίζεται με Κανονισμούς, κάθε πέντε (5) χρόνια με βάση τη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής κατά τη συντάξιμη ηλικία, με πρώτη αναπροσαρμογή που θα αντιστοιχεί στη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής της πενταετίας 2018 μέχρι 2023.
Για τους μεταλλωρύχους η συντάξιμη ηλικία μπορεί να μειωθεί μέχρι και το 58ο έτος της ηλικίας τους, ανάλογα με τη διάρκεια εργασίας τους σε μεταλλεία.
Το ύψος της σύνταξης υπολογίζεται ως ακολούθως:
α. Θεσμοθετημένη σύνταξη (σύνταξη γήρατος)
Η σύνταξη γήρατος περιλαμβάνει βασική σύνταξη και συμπληρωματική σύνταξη. Το εβδομαδιαίο ποσό της βασικής σύνταξης ισούται με το 60% της εβδομαδιαίας αξίας του ετήσιου μέσου όρου ασφαλιστικών μονάδων που έχει σε πίστη του ο ασφαλισμένος στη βασική του ασφάλιση κατά την περίοδο αναφοράς, αυξανόμενο σε 80%, σε 90% ή σε 100%, όταν ο δικαιούχος έχει έναν, δύο ή τρεις εξαρτωμένους, αντίστοιχα.
Σημειώνεται ότι, με ουσιώδη χρόνο από την 1η Ιανουαρίου 2013, εάν η σύζυγος εργάζεται, δεν καταβάλλεται αύξηση για τη σύζυγο. Σε περίπτωση ασφαλισμένου προσώπου που δεν δικαιούται αύξηση σύνταξης γήρατος για τον ή τη σύζυγο, ανάλογα με την περίπτωση, καταβάλλεται αύξηση 10% για κάθε εξαρτώμενο μέχρι δύο.
Το εβδομαδιαίο ποσό της συμπληρωματικής σύνταξης ισούται με 1,5% της εβδομαδιαίας αξίας του ολικού αριθμού ασφαλιστικών μονάδων της συμπληρωματικής ασφάλισης του ασφαλισμένου.
Το σύνολο της σύνταξης δεν μπορεί να είναι λιγότερο από 85% της βασικής σύνταξης που θα πληρωνόταν σε δικαιούχο, αν είχε πλήρη ασφάλιση στο βασικό μέρος του σχεδίου. Για σκοπούς υπολογισμού του ύψους της σύνταξης, οι ασφαλιστέες αποδοχές του ασφαλισμένου ανατιμώνται με βάση το ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ισχύει την ημέρα της συνταξιοδότησής του.
Το μηνιαίο ύψος της σύνταξης βρίσκεται αφού πολλαπλασιαστεί το εβδομαδιαίο ύψος επί τέσσερα.
Τον Δεκέμβριο κάθε χρόνου πληρώνεται και 13η σύνταξη, ίση με το 1/12 της σύνταξης που πληρώθηκε για ολόκληρο τον χρόνο.
β. Κοινωνική σύνταξη
Το μηνιαίο ύψος της κοινωνικής σύνταξης είναι ίσο με το 81% του ποσού της πλήρους βασικής σύνταξης γήρατος που καταβάλλεται από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Στην περίπτωση που πρόσωπο δικαιούται από οποιαδήποτε πηγή σύνταξη ή άλλη παρόμοια πληρωμή, το μηνιαίο ύψος της οποίας είναι κατώτερο του μηνιαίου ύψους της κοινωνικής σύνταξης, το μηνιαίο ύψος της κοινωνικής σύνταξης είναι ίσο με τη διαφορά των δύο συντάξεων.
Τον Δεκέμβριο κάθε χρόνου χορηγείται και 13η σύνταξη, ίση με το 1/12 του ολικού ποσού της σύνταξης που πληρώθηκε για το εκάστοτε έτος.
Από την 1η Ιανουαρίου 2024 το μηνιαίο ύψος της πλήρους βασικής σύνταξης ανέρχεται σε €483,77 και της κατώτατης σύνταξης σε €411,20 για δικαιούχους χωρίς εξαρτώμενα. Το μηνιαίο ύψος της κοινωνικής σύνταξης ανέρχεται σε €391,85.







