Με τα προβλήματα επάρκειας ηλεκτρικής ενέργειας και τις διακοπές ηλεκτροδότησης που αντιμετωπίζει σήμερα η Κύπρος, η ενέργεια αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που θα κληθεί να διαχειριστεί η επόμενη κυβέρνηση. Η πρόκληση όμως υπερβαίνει τα επιμέρους έργα. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η διαμόρφωση και εφαρμογή μιας συνεκτικής μακροπρόθεσμης στρατηγικής, ικανής να εξασφαλίσει ασφαλή, προσιτή και ανταγωνιστική ενέργεια.
Η Κύπρος επένδυσε στην εισαγωγή φυσικού αερίου, στην ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), στην αποθήκευση με μπαταρίες και στην ηλεκτρική διασύνδεση με την Ελλάδα μέσω του Great Sea Interconnector (GSI). Όλα αυτά εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικά στοιχεία της ενεργειακής πολιτικής. Ωστόσο, κανένα δεν έχει ακόμη προσφέρει τις χαμηλότερες τιμές, την αυξημένη ενεργειακή ασφάλεια και το σύγχρονο ηλεκτρικό σύστημα που είχαν υποσχεθεί στους καταναλωτές.
Το πρόβλημα είναι πλέον ολοένα και περισσότερο ζήτημα διακυβέρνησης, υλοποίησης, αποτελεσματικής εκτέλεσης και λογοδοσίας. Η επόμενη κυβέρνηση οφείλει επομένως να επικεντρωθεί σε τέσσερις βασικές προτεραιότητες: την αποκατάσταση της ικανότητας του κράτους να υλοποιεί πολιτικές, την αντιμετώπιση του υψηλού ενεργειακού κόστους, την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Πρώτη προτεραιότητα: Να αποκατασταθεί η ικανότητα του κράτους να σχεδιάζει, να αποφασίζει και να υλοποιεί
Η σημαντικότερη προτεραιότητα πρέπει να είναι η αποκατάσταση της ικανότητας του κράτους να σχεδιάζει, να λαμβάνει αποφάσεις και να τις υλοποιεί.
Η Κύπρος έχει επανειλημμένα εξαγγείλει μεγάλα ενεργειακά έργα χωρίς να έχει καθορίσει πώς αυτά συνδέονται μεταξύ τους, ποιος είναι υπεύθυνος για την υλοποίησή τους και πώς το συνολικό τους κόστος θα επηρεάσει τους καταναλωτές.
Το έργο εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Βασιλικό παραμένει ουσιαστικά παγιδευμένο, μετά από χρόνια καθυστερήσεων, διαφορών και συνεχών αυξήσεων του κόστους. Η ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού εξακολουθεί να μην δημιουργεί ουσιαστικό ανταγωνισμό. Παράλληλα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ έχει αυξηθεί χωρίς την απαραίτητη ανάπτυξη αποθήκευσης, ενίσχυσης του δικτύου και μεταρρύθμισης της αγοράς, με αποτέλεσμα συνεχώς αυξανόμενες περικοπές παραγωγής, ενώ οι καταναλωτές εξακολουθούν να πληρώνουν από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρισμού στην Ευρώπη.
Η GSI εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό στοιχείο της μακροπρόθεσμης ενεργειακής στρατηγικής της Κύπρου. Μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό, να βελτιώσει την αποδοτικότητα του ηλεκτρικού συστήματος, να αυξήσει την ασφάλεια εφοδιασμού και να επιτρέψει μεγαλύτερη αξιοποίηση της ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας. Η στρατηγική του αξία παραμένει ισχυρή: οι αβεβαιότητες αφορούν κυρίως το χρονοδιάγραμμα, τη χρηματοδότηση και την υλοποίησή του.
Τα προβλήματα αυτά δεν αποτελούν μεμονωμένες αποτυχίες έργων. Αντανακλούν έναν κατακερματισμένο τρόπο λήψης αποφάσεων, όπου οι αρμοδιότητες κατανέμονται μεταξύ υπουργείων, ρυθμιστικών αρχών, κρατικών οργανισμών και εταιρειών έργου, χωρίς κανέναν φορέα να έχει τη συνολική ευθύνη για το τελικό αποτέλεσμα.
Η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να δημιουργήσει έναν κεντρικό μηχανισμό υλοποίησης της ενεργειακής στρατηγικής υπό την Προεδρία, με τη στήριξη ανεξάρτητων τεχνικών και οικονομικών εμπειρογνωμόνων. Ο μηχανισμός αυτός θα πρέπει να συντονίζει τη στρατηγική, να παρακολουθεί την πρόοδο των έργων και να δημοσιοποιεί την εξέλιξή τους με βάση συγκεκριμένα ορόσημα.
Στόχος δεν είναι η συγκέντρωση όλων των τεχνικών αποφάσεων στο κέντρο, αλλά η ύπαρξη ενός φορέα που θα έχει τη συνολική ευθύνη για τον συντονισμό όλων των επιμέρους στοιχείων του ενεργειακού συστήματος.
Δεύτερη προτεραιότητα: Να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια στη ρίζα της
Οι υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνουν το κόστος της βιομηχανίας, του τουρισμού, της ψύξης και της θέρμανσης, καθώς και της αφαλάτωσης. Υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και επιβαρύνουν άμεσα το κόστος ζωής.
Οι κυβερνήσεις συχνά επιλέγουν προσωρινές επιδοτήσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις. Τα μέτρα αυτά μπορεί να είναι αναγκαία σε έκτακτες συνθήκες, ιδιαίτερα για τα ευάλωτα νοικοκυριά, όμως δεν αντιμετωπίζουν τις πραγματικές αιτίες του υψηλού κόστους ηλεκτρισμού.
Η επόμενη κυβέρνηση πρέπει επομένως να μετατοπίσει την έμφαση από την αποζημίωση των καταναλωτών για την ακριβή ηλεκτρική ενέργεια, στη μείωση των διαρθρωτικών αιτίων που την καθιστούν ακριβή.
Το εισαγόμενο ΥΦΑ δεν είναι πλέον βέβαιο ότι θα αποτελέσει το φθηνό καύσιμο-γέφυρα που αρχικά είχε σχεδιαστεί. Οι καθυστερήσεις, το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης, οι διαιτησίες, το κόστος ολοκλήρωσης του έργου και η χαμηλή αξιοποίηση του τερματικού ενδέχεται να αυξήσουν σημαντικά το κόστος του φυσικού αερίου που θα φτάνει στους ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς.
Η αποθήκευση με μπαταρίες είναι απαραίτητη, επειδή μειώνει τις περικοπές παραγωγής από ΑΠΕ, αυξάνει την ευελιξία του συστήματος και ενισχύει τη σταθερότητα του δικτύου. Όμως οι μπαταρίες δεν παράγουν ηλεκτρική ενέργεια. Ούτε η περαιτέρω ανάπτυξη των ΑΠΕ θα οδηγήσει αυτόματα σε χαμηλότερες τιμές, εάν η αγορά δεν μεταφέρει τα οφέλη στους καταναλωτές.
Η Κύπρος δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο ένα τεχνολογικό πρόβλημα στην ηλεκτροπαραγωγή. Αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο πρόβλημα σχεδιασμού της αγοράς ηλεκτρισμού και αποτελεσματικής διακυβέρνησης.
Οι χαμηλότερες τιμές θα απαιτήσουν φθηνότερα καύσιμα, πραγματικό ανταγωνισμό, διαφανείς συμβάσεις, εκσυγχρονισμό του δικτύου, αποθήκευση ενέργειας, μεγαλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ και, όταν καταστεί διαθέσιμη, ηλεκτρική διασύνδεση. Όλα αυτά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ξεχωριστά έργα, αλλά ως αλληλένδετα στοιχεία ενός ενιαίου ηλεκτρικού συστήματος.
Τρίτη προτεραιότητα: Η ενεργειακή ασφάλεια να αντιμετωπιστεί ως οικονομική προτεραιότητα
Η επόμενη κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίσει επαρκή και αξιόπιστη ηλεκτροπαραγωγή μέχρι το τέλος της δεκαετίας και πέραν αυτής.
Η Κύπρος εισέρχεται σε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο. Μεγάλο μέρος των υφιστάμενων θερμικών μονάδων θα πρέπει να αποσυρθεί με τη λήξη των περιβαλλοντικών παρεκκλίσεων, ενώ η ζήτηση ηλεκτρισμού συνεχίζει να αυξάνεται λόγω της οικονομικής ανάπτυξης, της χρήσης κλιματισμού, της αφαλάτωσης, της ηλεκτροκίνησης και της γενικότερης εξηλεκτρισμένης οικονομίας.
Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας από μόνες τους δεν μπορούν ακόμη να καλύψουν αυτό το κενό. Μέχρι να αναπτυχθούν επαρκής αποθήκευση, μεγαλύτερη ευελιξία του δικτύου και η ηλεκτρική διασύνδεση, η Κύπρος θα εξακολουθήσει να χρειάζεται αξιόπιστες μονάδες συμβατικής παραγωγής που μπορούν να λειτουργούν όταν απαιτείται.
Η επόμενη κυβέρνηση χρειάζεται επομένως ένα δεσμευτικό σχέδιο επάρκειας ηλεκτροπαραγωγής τουλάχιστον μέχρι το 2035. Το σχέδιο αυτό πρέπει να ενσωματώνει την απόσυρση των παλαιών μονάδων, τη δημιουργία νέας ευέλικτης παραγωγής, τη διαθεσιμότητα καυσίμων, τις εφεδρείες ασφαλείας, την αποθήκευση, τις ΑΠΕ, την ενίσχυση του δικτύου και τη μελλοντική συμβολή της GSI.
Το φυσικό αέριο πρέπει να αξιολογηθεί μέσα σε αυτό το συνολικό πλαίσιο. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν μπορεί να βελτιώσει την ηλεκτροπαραγωγή, αλλά αν το σημερινό έργο εισαγωγής ΥΦΑ παραμένει η οικονομικότερη και πιο αξιόπιστη λύση.
Μια ανεξάρτητη επαναξιολόγηση θα πρέπει να συγκρίνει την ολοκλήρωση του υφιστάμενου έργου με αξιόπιστες εναλλακτικές επιλογές, όπως η μίσθωση πλωτής μονάδας FSRU, προσωρινές λύσεις εισαγωγής ΥΦΑ, περιφερειακούς αγωγούς και, μακροπρόθεσμα, την αξιοποίηση των κυπριακών κοιτασμάτων φυσικού αερίου. Η αξιολόγηση πρέπει να βασιστεί στο συνολικό κόστος για τον καταναλωτή. Η συνεχιζόμενη αδράνεια μπορεί πλέον να αποδειχθεί πιο επιζήμια από την επιλογή μιας λύσης που, αν και όχι ιδανική, είναι εφαρμόσιμη.
Τέταρτη προτεραιότητα: Αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μέσω διαφάνειας και λογοδοσίας
Η ενεργειακή πολιτική συνεπάγεται σημαντικές δημόσιες δαπάνες, πολύπλοκες συμβάσεις και μακροχρόνιες δεσμεύσεις, τις οποίες τελικά θα χρηματοδοτήσουν οι καταναλωτές μέσω των τιμών της ηλεκτρικής ενέργειας. Οι αποφάσεις πρέπει επομένως να είναι διαφανείς και να στηρίζονται σε αξιόπιστη οικονομική ανάλυση. Οι βασικές παραδοχές, τα κόστη, οι εναλλακτικές επιλογές και οι κίνδυνοι σπάνια παρουσιάζονται με τρόπο που να επιτρέπει ουσιαστικό δημόσιο έλεγχο.
Η επόμενη κυβέρνηση θα πρέπει να δημοσιοποιεί την οικονομική τεκμηρίωση των μεγάλων ενεργειακών αποφάσεων, να δίνει στη δημοσιότητα ανεξάρτητες αξιολογήσεις όπου αυτό είναι δυνατό και να εξηγεί ουσιαστικές μεταβολές στο κόστος, στη χρηματοδότηση ή στην υλοποίηση.
Οι καταναλωτές καλούνται να χρηματοδοτήσουν πολλές μεγάλες αλλαγές ταυτόχρονα. Η Κύπρος οφείλει να καθορίσει προτεραιότητες, να εφαρμόσει τα έργα με σωστή χρονική ακολουθία και να διασφαλίσει ότι το συνολικό κόστος θα παραμείνει διαχειρίσιμο.
Η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν θα αποκατασταθεί με την ανακοίνωση ακόμη μίας στρατηγικής. Θα αποκατασταθεί όταν οι αποφάσεις βασίζονται σε τεκμηριωμένα στοιχεία, η εφαρμογή παρακολουθείται συστηματικά και οι αρμόδιοι λογοδοτούν για τα αποτελέσματα.
Η καθοριστική ατζέντα
Η ενεργειακή ατζέντα της επόμενης κυβέρνησης θα πρέπει επομένως να είναι ξεκάθαρη:
Να αποκαταστήσει την ικανότητα του κράτους να υλοποιεί πολιτικές και στη συνέχεια να αξιοποιήσει αυτή την ικανότητα για να εξασφαλίσει ασφαλή και προσιτή ενέργεια μέσω συνεκτικού σχεδιασμού, μεταρρύθμισης της αγοράς και διαφανούς λήψης αποφάσεων.
Αυτό δεν αποτελεί μόνο στόχο της ενεργειακής πολιτικής. Είναι οικονομική και κοινωνική αναγκαιότητα.
Χωρίς αξιόπιστη και ανταγωνιστική ηλεκτρική ενέργεια, η Κύπρος θα δυσκολευτεί να περιορίσει το κόστος ζωής, να διασφαλίσει τους υδατικούς της πόρους, να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, να προσελκύσει επενδύσεις και να προσαρμοστεί στις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής.
Η ενέργεια συγκεντρώνει πολλές από τις διαχρονικές αδυναμίες της χώρας: κατακερματισμένη διακυβέρνηση, καθυστερήσεις στην υλοποίηση, ελλιπή λογοδοσία, περιορισμένο ανταγωνισμό και την τάση να ανακοινώνονται έργα πριν ενταχθούν σε ένα ολοκληρωμένο μακροπρόθεσμο σχέδιο.
Ταυτόχρονα όμως προσφέρει και μια μεγάλη ευκαιρία. Μια κυβέρνηση που θα καταφέρει να μεταρρυθμίσει αποτελεσματικά τον ενεργειακό τομέα θα αποδείξει ότι η Κύπρος μπορεί να σχεδιάζει μακροπρόθεσμα, να λαμβάνει δύσκολες αποφάσεις και να μετατρέπει τις επενδύσεις σε μετρήσιμα οφέλη για την κοινωνία.
Η πραγματική δοκιμασία θα είναι αν, μέχρι το τέλος της κυβερνητικής θητείας, η ηλεκτρική ενέργεια θα είναι ασφαλέστερη, το σύστημα θα λειτουργεί αποτελεσματικότερα και οι καταναλωτές θα διακρίνουν μια αξιόπιστη πορεία προς χαμηλότερες τιμές. Η ενέργεια αποτελεί ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη οικονομική πρόκληση της επόμενης κυβέρνησης και το σημαντικότερο κριτήριο της ικανότητάς της να υλοποιεί αποτελεσματικά τις πολιτικές της.
* Σύμβουλος του Ατλαντικού Συμβουλίου






