Βελτίωση παρουσιάζουν οι ισολογισμοί των εγχώριων επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, επισημαίνει η Κεντρική Τράπεζα, τονίζοντας ωστόσο ότι οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένους εξωγενείς κινδύνους, οι οποίοι απορρέουν κυρίως από το αβέβαιο και γεωπολιτικά επιβαρυμένο διεθνές περιβάλλον.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση χρηματοοικονομικής σταθερότητας που δημοσιοποιήθηκε την Τρίτη, ο ιδιωτικός μη χρηματοοικονομικός τομέας συνέχισε την πορεία απομόχλευσης του, με περαιτέρω αποκλιμάκωση του χρέους του, περιορίζοντας τις συστημικές ευπάθειες που συνδέονται με τα υψηλά επίπεδα ιδιωτικού χρέους.
Αναλυτικότερα, ο συνολικός δείκτης χρέους του τομέα ως προς το ΑΕΠ1 υποχώρησε στο τέλος του 2025 στο 119,7%, φθάνοντας κοντά στον αντίστοιχο μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (116,1%), αντανακλώντας και την περαιτέρω απομόχλευση των ισολογισμών του. Σε επιμέρους επίπεδο, ο δείκτης χρέους των επιχειρήσεων ως προς το ΑΕΠ μειώθηκε στο 65,5%, παραμένοντας σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα από το όριο του 85% της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενώ ο αντίστοιχος δείκτης για το χρέος των νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο 54,2%, επίπεδο ελαφρά χαμηλότερο από το αντίστοιχο όριο αναφοράς του 55% της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Οπως σημειώνεται, οι εξελίξεις αυτές καταδεικνύουν περαιτέρω βελτίωση της βιωσιμότητας των ισολογισμών του τομέα, αν και παραμένει αναγκαία η στενή παρακολούθησή τους, δεδομένου των διεθνών εξελίξεων.
Νέα δάνεια €3 δισ. με συνετή στάση
Η βελτίωση των ισολογισμών των εγχώριων επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, σε συνδυασμό με το ευνοϊκότερο περιβάλλον επιτοκίων, επισημαίνεται, υποστήριξαν τη χρηματοδότηση του τομέα μέσω νέου τραπεζικού δανεισμού.
Ο νέος τραπεζικός δανεισμός προς τις εγχώριες επιχειρήσεις ανήλθε σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, φθάνοντας τα €3,0 δισ. το 2025, ενώ αντίστοιχη ανοδική πορεία ακολούθησε, επίσης, και ο νέος δανεισμός προς νοικοκυριά, φθάνοντας συνολικά τα €1,8 δισ.
Σημειώνεται ότι, παρά την καταγεγραμμένη αύξηση στη ροή νέου δανεισμού, τα κριτήρια χορήγησης πιστώσεων διατηρήθηκαν σε αυστηρά επίπεδα, περιορίζοντας την ανάληψη υπερβολικού πιστωτικού κινδύνου.
Ειδικότερα, τα πιστωτικά ιδρύματα εξακολουθούν να εφαρμόζουν συνετή δανειοδοτική στάση, αξιολογώντας την πιστοληπτική ικανότητα των δανειοληπτών, διασφαλίζοντας έτσι την επάρκεια της ικανότητας εξυπηρέτησης του χρέους τους και μετριάζοντας τον κίνδυνο δημιουργίας νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ενδεχόμενο πλήγμα στην επιχειρηματικότητα
Παρά τη συνολική βελτίωση, οι εγχώριες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν αυξημένους εξωγενείς κινδύνους, οι οποίοι απορρέουν κυρίως από το αβέβαιο και γεωπολιτικά επιβαρυμένο διεθνές περιβάλλον. Αν και εκτιμάται ότι οι εξελίξεις αναφορικά με την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ θα έχουν περιορισμένες άμεσες επιπτώσεις στις κυπριακές επιχειρήσεις, λόγω της χαμηλής έκθεσης των κυπριακών εξαγωγών προς την αγορά των ΗΠΑ, οι έμμεσες επιπτώσεις δύναται να είναι σημαντικές.
Συγκεκριμένα, οι έμμεσες επιπτώσεις από την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με την κλιμάκωση των γεωπολιτικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, ενδέχεται να αποδειχθούν ουσιώδεις, δεδομένης της διαθρωτικής έκθεσης της εγχώριας οικονομίας σε εξωτερικούς κραδασμούς. Οι κίνδυνοι αυτοί δύναται να υλοποιηθούν, ιδίως, μέσω αυξημένων πιέσεων στις τιμές ενέργειας, διαταραχών στις εφοδιαστικές και μεταφορικές αλυσίδες, επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας σε βασικούς εμπορικούς εταίρους, επιδείνωσης του διεθνούς επενδυτικού κλίματος και περαιτέρω ενίσχυσης της παγκόσμιας αποστροφής κινδύνου.
Οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυναμική της εγχώριας επιχειρηματικής δραστηριότητας, και κατ’ επέκταση να δημιουργήσουν δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Αναλυτικότερα, εντοπίζονται διαθρωτικές ευπάθειες σε συγκεκριμένα τμήματα του τομέα των εγχώριων επιχειρήσεων τα οποία χρήζουν παρακολούθησης.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Κεντρικής Τράπεζας, ιδιαίτερη ευαισθησία παρουσιάζουν οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς του εμπορίου, του τουρισμού και του ευρύτερου τομέα των ακινήτων, καθώς είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε ενδεχόμενη επιβράδυνση της εξωτερικής ζήτησης και σε σημαντική αύξηση του επιχειρησιακού τους κόστους λόγω αύξησης στο κόστος ενέργειας, ιδίως σε περίπτωση περαιτέρω κλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων.
Επιπλέον, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους εν λόγω τομείς παρουσιάζουν υψηλά επίπεδα χρέους και σχετικά περιορισμένα αποθέματα καταθέσεων, τα οποία εν τείνουν την ευπάθειά τους σε ενδεχόμενη επι δείνωση των μακροοικονομικών συνθηκών.
Αντίθετα, επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς όπως η ενημέρωση και επικοινωνία, οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, και μεταφορά και αποθήκευση, εμφανίζουν ενισχυμένη ανθεκτικότητα έναντι εξωτερικών κραδασμών.
Οι συγκεκριμένοι τομείς χαρακτηρίζονται από σχετικά χαμηλότερα επίπεδα χρέους ως προς την συνεισφορά τους στην εγχώρια Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ), καθώς και από σημαντικά υψηλότερα αποθέματα καταθέσεων σε σχέση με την ετήσια δόση εξυπηρετούμενων χορηγήσεων του κάθε τομέα, σε σύγκριση με τον μέσο όρο των υπολοίπων τομέων της οικονομίας . Ως εκ τούτου, τα χαμηλά επίπεδα μόχλευσης και τα σχετικά ψηλά ταμειακά τους απο θέματα συμβάλλουν στην ανθεκτικότητα των εν λόγω τομέων σε ενδεχόμενη μείωση στην οικονομική τους δραστηριότητα που μπορεί να προκύψει από τις παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις.
Στηρίζει νοικοκυριά η ανθεκτικότητα αγοράς εργασίας, δύο τάσεις στην αύξηση μισθών
Όσον αφορά τα νοικοκυριά, επισημαίνεται ότι η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας εξακολουθεί, προς το παρόν, να στηρίζει τη συνολική αύξηση του εισοδήματός τους και να περιορίζει τις ευπάθειές τους.
Αναλυτικότερα, οι απολαβές των εργαζομένων συνέχισαν την ανοδική τους πορεία το 2025, με τις μέσες και διάμεσες απολαβές να αυξάνονται με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους του πληθωρισμού, οδηγώντας σε περαιτέρω ενίσχυση των πραγματικών αποδοχών των νοικοκυριών.
Η εξέλιξη αυτή στήριξε την αγοραστική τους δύναμη και βελτίωσε, σε συνολικό επίπεδο, τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους τους. Εντούτοις, υποδεικνύεται, η θετική αυτή εξέλιξη δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλα τα εισοδηματικά στρώματα, καθώς τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος φαίνεται να έχουν επωφεληθεί σε μικρότερο βαθμό από τις ευνοϊκές συνθήκες της αγοράς εργασίας.
Συγκεκριμένα, η αύξηση των απολαβών τους ανήλθε σε 3,9%, έναντι 7,1% για τα νοικοκυριά υψηλότερου εισοδήματος , γεγονός που υποδηλώνει διαφοροποιημένη ενίσχυση της χρηματοοικονομικής τους θέσης και περιορισμένο περιθώριο βελτίωσης της ανθεκτικότητας για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
Παράλληλα, μετά την κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, καταγράφεται επιδείνωση των προσδοκιώντων νοικοκυριών αναφορικά με τη μελλοντική εξέλιξη της χρηματοοικονομικής τους ευημερίας, αντανακλώντας την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα, την επιδείνωση του κλίματος εμπιστοσύνης και την αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων.
Βάσει των προσδοκιών τους, μετά τον Μάρτιο του 2026 τα εγχώρια νοικοκυριά φαίνεται να αναμένουν χειροτέρευση στις εγχώριες συνθήκες εργασίας, καθώς, επίσης, και στα υπόλοιπα των καταθέσεών τους και στη γενική χρηματοοικονομική κατάστασή τους.
Ενδεχόμενη πραγμάτωση των δυσμενέστερων προσδοκιών, σε συνδυασμό με την πιο πρόσφατη αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων και την αύξηση στα επιτόκια αναφοράς της ΕΚΤ τον Ιούνιο του 2026 στην προσπάθεια τιθάσευσής τους, αναμένεται να ασκήσουν πιέσεις στους ισολογισμούς των νοικοκυριών, περιορίζοντας τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των δανειακών τους υποχρεώσεων, ιδίως για τα νοικοκυριά με περιορισμένα αποθέματα ρευστότητας ή υψηλότερα επίπεδα μόχλευσης. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι σημαντικό μερίδιο των νοικοκυριών απασχολείται σε τομείς που είναι ευαίσθητοι στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Ειδικότερα, τα νοικοκυριά που απασχολούνται στους εν λόγω τομείς, οι οποίοι ταυτόχρονα συνδέονται με σχετικά χαμηλότερα επίπεδα απολαβών, παρουσιάζουν αυξημένες ευπάθειες στις μακροοικονομικές εξελίξεις.
Υπό αυτό το πρίσμα, ενδεχόμενες δυσμενείς εξελίξεις στην οικονομική δραστηριότητα των συγκεκριμένων τομέων θα μπορούσαν να μεταφερθούν στα νοικοκυριά μέσω πιέσεων στις απολαβές ή/και στην απασχόληση. Οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να επιβαρύνουν την ικανότητα εξυπηρέτησης του ιδιωτικού χρέους, με δυνητικές αρνητικές προεκτάσεις για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.
Όπλο τα αποθέματα
Τέλος, παρά το αυξημένο επίπεδο αβεβαιότητας στο εξωτερικό περιβάλλον, η αύξηση των ταμειακών αποθεμάτων του εγχώριου ιδιωτικού μη χρηματοοικονομικού τομέα λειτουργεί ως προληπτικό απόθεμα ρευστότητας έναντι μελλοντικών κραδασμών, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της ανθεκτικότητάς του.
Συγκεκριμένα, οι ευνοϊκές εγχώριες, μακροοικονομικές συνθήκες στήριξαν την περαιτέρω αύξηση των καταθέσεων του τομέα, με τους ετήσιους ρυθμούς αύξησης των καταθέσεων του τομέα να φθάνουν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2018 για τις εγχώριες επιχειρήσεις16 (17,5%) και σε αξιόλογα επίπεδα για εγχώρια νοικοκυριά (6,2%).






