Την αναθεώρηση της αξιολόγησης της κυπριακής οικονομίας ολοκλήρωσε στις 25 Απριλίου 2025 ο οίκος αξιολόγησης Scope, χωρίς αλλαγή στις διαβαθμίσεις με την μακροπρόθεσμη αξιολόγηση σε εγχώριο και ξένο νόμισμα να παραμένει στο A- με σταθερές προοπτικές και τη βραχυπρόθεσμη αξιολόγηση σε S-1 με επίσης σταθερό ορίζοντα.
Υπενθυμίζεται ότι ο οίκος προχώρησε τον Οκτώβριο του 2024 σε αναβάθμιση της μακροπρόθεσμης πιστοληπτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας σε A- από BBB+.
Όπως υπογραμμίζει ο οίκος στην ανακοίνωσή του, οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Κύπρου υποστηρίζονται από σταθερά οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη και ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική με έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ, μια σταθερή πορεία δημοσιονομικής εξυγίανσης και δέσμευση για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις· και βιώσιμες βελτιώσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Ωστόσο, υποδεικνύεται, προκλήσεις για τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Κύπρου προκύπτουν από τη μικρή, ανοιχτή και εξωτερικά εξαρτώμενη οικονομία, η οποία είναι ευάλωτη σε κραδασμούς λόγω της υψηλής εξάρτησης από ξένους εργαζομένους, τις εισαγωγές πετρελαίου και την εξωτερική ζήτηση.
Πρόκληση αποτελεί επίσης η εξωτερική θέση της Κύπρου που χαρακτηρίζεται από μεγάλες ανισορροπίες που αντανακλούν υψηλές ανάγκες εισαγωγών, μέτριες αποταμιεύσεις και υψηλό επαναπατρισμό κερδών από εταιρείες ξένης ιδιοκτησίας.
Τρίτη πρόκληση είναι οι επίμονες, αν και βελτιωμένες, ευπάθειες στον τραπεζικό τομέα, όπως αντικατοπτρίζονται στα ακόμη υψηλά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα.
Η ολοκλήρωση της αναθεώρησης δεν συνιστά μέτρο αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, ούτε υποδεικνύει την πιθανότητα η Scope να προβεί σε μέτρο αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας βραχυπρόθεσμα.
Στο 2,8% η ανάπτυξη το 2025
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οίκου, η πραγματική αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 2,8% το 2025, από 3,4% το 2024.
Η εγχώρια ζήτηση αναμένεται να στηριχθεί από την αγορά εργασίας, τον χαμηλότερο πληθωρισμό, τις επενδύσεις σε υποδομές και την περαιτέρω πρόοδο στην εκταμίευση μέσω του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, μετά την τρίτη δόση (€76,9 εκατ.) που καταβλήθηκε τον Απρίλιο του 2025.
Ο οίκος σημειώνει ακόμη ότι η συγκράτηση των τιμών των βασικών προϊόντων θα μπορούσε επίσης να στηρίξει την εγχώρια ζήτηση δεδομένης της υψηλής εξάρτησης της Κύπρου από τις εισαγωγές πετρελαίου.
Ωστόσο, υπογραμμίζεται, η μικρή και ανοιχτή οικονομία της Κύπρου είναι ευάλωτη στην κλιμάκωση των παγκόσμιων εμπορικών εντάσεων, γεγονός που θα μπορούσε να μειώσει τις εξαγωγές υπηρεσιών της - ιδίως τη ναυτιλία, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 7% του ΑΕΠ.
Παρόλο που οι εμπορικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι μέτριες και επικεντρώνονται κυρίως στις εμπορικές υπηρεσίες, η Κύπρος είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 20% των εξαγωγών και το 60% των εισαγωγών.
Στο 3,3% ΑΕΠ το πλεόνασμα το 2025
Όσον αφορά το δημοσιονομικό πλεόνασμα, ο οίκος εκτιμά ότι αναμένεται να φθάσει το 3,3% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 4,5% το 2024, και προβλέπεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2,1% μεταξύ 2026 και 2029.
Η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση του περασμένου έτους οφείλεται στο πρωτογενές πλεόνασμα ρεκόρ ύψους 5,8% του ΑΕΠ, ως αποτέλεσμα της ισχυρής αύξησης των εσόδων.
Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα και να ακολουθήσει συνετές δημοσιονομικές πολιτικές για τον περιορισμό της αύξησης των καθαρών δαπανών.
Μια φορολογική μεταρρύθμιση, η οποία θα αυξήσει τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων από 12,5% σε 15%, αναμένεται να εφαρμοστεί έως το τέλος του 2025.
Η ισχυρή αύξηση των εσόδων, η μακρά μέση λήξη του χρέους και οι περιορισμένες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να συνεχίσουν να οδηγούν σε σταθερή δημοσιονομική επίδοση, με τις καθαρές πληρωμές τόκων να διαμορφώνονται στο 3,0% των εσόδων κατά μέσο όρο έως το 2029.
Τονιζεται ότι τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και τα υψηλά αποθέματα ρευστότητας (πάνω από 8% του ΑΕΠ τον Δεκέμβριο του 2024) υποστηρίζουν την ικανότητα της κυβέρνησης να αντέχει σε εξωτερικούς αντιξοότητες και να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές.
Τα ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα και οι ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης οδηγούν στην προβλεπόμενη μείωση του χρέους της γενικής κυβέρνησης προς το ΑΕΠ από 65,0% το 2024 σε 58,8% το 2026 και σε 50,8% έως το 2027. Αυτή η μείωση του δημόσιου χρέους αντιπροσωπεύει μία από τις ισχυρότερες επιδόσεις σε σύγκριση με άλλες χώρες της ίδιας επενδυτικής κατηγορίας με την Κύπρο.
Επισημαίνεται ότι η πορεία του χρέους είναι εύρωστη εν μέσω μιας μέτριας οικονομικής επιβράδυνσης και χαμηλότερων από τα προβλεπόμενα δημοσιονομικά πλεονάσματα.
Η Κύπρος αναμένεται να αποπληρώσει το κεφάλαιο των δανείων του ESM (€6,3 δισ. ) όπως έχει προγραμματιστεί από το 2025 έως το 2031.
Οι σταθερές προοπτικές για την Κύπρο αντικατοπτρίζουν την άποψη του οίκου ότι οι κίνδυνοι για τις αξιολογήσεις είναι ισορροπημένοι.
Σενάρια για αναβαθμίσεις
Τα ανοδικά σενάρια για τις μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις είναι (μεμονωμένα ή συλλογικά):
1. Σημαντικά ισχυρότερη μακροοικονομική σταθερότητα λόγω, για παράδειγμα, της οικονομικής διαφοροποίησης και των χαμηλότερων εξωτερικών ανισορροπιών, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα έναντι εξωτερικών κραδασμών·
2. Σημαντικά ισχυρότερες προοπτικές του χρηματοπιστωτικού τομέα λόγω, για παράδειγμα, της αντιμετώπισης της κληρονομιάς της χρηματοπιστωτικής κρίσης, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης των ακόμη υψηλών επιπέδων μη εξυπηρετούμενων δανείων·
3. Περαιτέρω βελτίωση της δημοσιονομικής δυναμικής με σημαντικά ταχύτερο ρυθμό από ό,τι προβλέπεται σήμερα, οδηγώντας σε επιταχυνόμενη μείωση του χρέους της γενικής κυβέρνησης.
Σενάρια για υποβαθμίσεις
Τα αρνητικά σενάρια για τις μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις είναι (μεμονωμένα ή συλλογικά):
1. Ασθενέστερες δημοσιονομικές προοπτικές λόγω, για παράδειγμα, χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής που αμφισβητεί την αναμενόμενη μείωση του χρέους της γενικής κυβέρνησης·
2. Ασθενέστερη μακροοικονομική σταθερότητα λόγω, για παράδειγμα, πιο έντονων εξωτερικών ανισορροπιών, που υπονομεύουν την ικανότητα απορρόφησης κραδασμών·
3. Ασθενέστερες προοπτικές του χρηματοπιστωτικού τομέα λόγω, για παράδειγμα, της αναζωπύρωσης των ευπαθειών του τραπεζικού τομέα.






